ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΛΑΜ
Μεταγλώττισης εκ του αρχαίου ελληνικού κειμένου Ειρήνη Οικονομίδου
Πτυχιούχος Θεολογίας και πολιτικών Επιστημών.
Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγοπουλος
Α έκδοση Μάιος 1999



Του σοφότατου και τιμιότατου κυρίου Γενναδίου του Σχολαρίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης, ομολογία ρηθείσα περί της ορθής και αμώμητου πίστεως των χριστιανών προς τους Αγαρηνούς ερωτηθείς γαρ παρά του Αμηρά σουλτάνου του Μαχμέτη τι πιστεύετε υμείς οί χριστιανοί; απεκρίνατο ούτως:

 

1. Πιστεύομε ότι υπάρχει Θεός ό όποιος δημιούργησε τα πάντα όσα υπάρχουν εκ του μηδενός. Ότι δεν είναι σώμα (ό Θεός), ούτε έχει σώμα, αλλά ζει μόνο ως Πνεύμα. Και είναι νους άριστος, τελειότατος και γεμάτος σοφία. Είναι ασύνθετος, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Βρίσκεται μέσα στον κόσμο, αλλά και υπεράνω του κόσμου. Δεν βρίσκεται σε ορισμένο τόπο, αλλά βρίσκεται παντού. Αυτές είναι οί ιδιότητες του Θεού, πού Τον ξεχωρίζουν από τα δημιουργήματα Του και από αλλά όμοια με αυτά. Είναι σοφός και αγαθός και αληθής. Και Αυτός είναι ή αλήθεια. Και όσα προτερήματα έχουν τα δημιουργήματα Του χωριστά, Αυτός τα έχει όλα σε ύψιστο βαθμό. Τα δε δημιουργήματα Του έχουν αυτές τις τελειότητες, γιατί Αυτός ό ίδιος τους τίς δίνει. Επειδή, αφού αυτός είναι αγαθός και τα κτίσματα του είναι αγαθά, αφού Αυτός είναι σοφός και τα κτίσματα Του είναι σοφά, αφού Αυτός είναι αληθής και εκείνα είναι αληθινά, το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες τους αρετές. Όμως ενώ ό Θεός τα έχει κατά κυριότητα, εκείνα τα έχουν επειδή μετέχουν σ' Αυτόν.

2. Πιστεύομε ότι υπάρχουν στον Θεό άλλες τρεις ιδιότητες οί όποιες είναι αρχές και πηγές των άλλων μαζί ιδιοτήτων Του. Και μ' αυτές τίς τρεις ιδιότητες ο Θεός ζή αιωνίως στον εαυτό Του, πριν να δημιουργήσει τον κόσμο και μ' αυτές τίς τρεις ιδιότητες δημιούργησε τον κόσμο και με αυτές τον κυβερνά. Και αυτές τις τρεις ιδιότητες ονομάζαμε υποστάσεις (δηλαδή τρία πρόσωπα). Και επειδή αυτές οί τρεις ιδιότητες δεν διαχωρίζουν την μία και απλούστατη ουσία του Θεού, γι' αυτό είναι ό Θεός και με αυτές τίς τρεις ιδιότητες ένας Θεός και δεν πρόκειται για τρεις θεούς.

3. Πιστεύομε ότι από την φύση του Θεού προέρχονται ό Λόγος (Υιός) και το Πνεύμα, όπως από την φωτιά προέρχονται το φως και ή θερμότης. Και όπως ή φωτιά, ακόμη κι' αν δεν υπάρχει κάτι πού να φωτίζεται και να θερμαίνεται άπ' αυτήν όμως εκείνη έχει μονίμως φως και θερμότητα και εκπέμπει φως και θερμότητα, έτσι και πριν να δημιουργηθεί ό κόσμος υπήρχε ό Λόγος και το Πνεύμα ως φυσικές ενέργειες του Θεού, επειδή ό Θεός είναι Νους, όπως προείπαμε. Και αυτά τα τρία: Νους, Λόγος και Πνεύμα είναι ένας Θεός, όπως και στην μία ανθρώπινη ψυχή υπάρχει ό νους, ό ενδιάθετος λόγος και ή θέλησης του νου και όμως αυτά τα τρία είναι κατά την ουσία μία ψυχή. Επίσης τον Λόγο του Θεού τον ονομάζομε και σοφία του Θεού και δύναμη και Υίόν Αυτού, διότι γεννήθηκε από την φύση του Θεού, όπως αυτό πού γεννιέται από την φύση του άνθρωπου ονομάζεται υιός του ανθρώπου και όπως ή σκέψις του ανθρώπου είναι γέννημα της ψυχής του.
Επίσης την θέληση του Θεού την ονομάζομε Πνεύμα του Θεού και αγάπη. Τον δε Νουν του Θεού ονομάζομε Πατέρα, γιατί ό Θεός είναι αγέννητος και αναίτιος, ενώ Αυτός είναι ή αιτία του Υιού και του Πνεύματος. Το ότι λοιπόν ό Θεός νοεί όχι μόνο τα κτίσματα Του, αλλά πολύ περισσότερο νοεί και γνωρίζει τον Εαυτόν Του, γι' αυτό και έχει λόγο και σοφία μέσω των οποίων νοεί τον Εαυτόν Του αιωνίως. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θέλει ό Θεός να αγαπά μόνο τα κτίσματα Του, αλλά θέλει πολύ περισσότερο να αγαπά τον Εαυτό Του, γι' αυτό προέρχονται από τον Θεό (Πατέρα) προαιώνιος ό Λόγος και το Πνεύμα Του και υπάρχουν σ' Αυτόν προαιωνίως. Και έτσι αυτές οί δύο υποστάσεις δηλαδή ό Λόγος και το Πνεύμα μαζί με τον Θεό (Πατέρα) αποτελούν ένα Θεό.

4. Πιστεύομε ότι ό Θεός με την συνεργασία του Λόγου (Υιού) και με την σοφία και την δύναμη Του δημιούργησε τον κόσμο και με το Πνεύμα Του, την αγαθή θέληση Του και την αγάπη Του, προνοεί και κυβερνά όλη την φύση σ' αυτόν τον κόσμο προς το καλό, κατά την ταξί κάθε δημιουργήματος. Και γι' αυτό πιστεύομε ότι, όταν θέλησε ό Θεός, λόγω μόνο της ευσπλαχνίας Του, να βοηθήσει τους ανθρώπους να επιστρέψουν από την πλάνη των δαιμόνων και της ειδωλολατρίας, (επειδή εκτός της μικρής χώρας πού ζούσαν οί Ιουδαίοι, οπού προσκυνούσαν και πίστευσαν στον ένα Θεό πού τους έδωσε ό Νόμος του Μωϋσέως, όλη ή άλλη οικουμένη είχε ως σεβάσματα τα κτίσματα του Θεού και όχι τον Θεόν (Δημιουργόν) και πίστευε σε πολλούς θεούς ανύπαρκτους, αντί να πιστεύει στον ένα και αληθινό και οί άνθρωποι ζούσαν σύμφωνα με τίς δικές τους επιθυμίες και όχι σύμφωνα με κάποιο Νόμο του Θεού, τότε λοιπόν (όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου) πραγματοποίησε ό Θεός με την συνεργασία του Λόγου (Υιού) και του Αγ. Πνεύματος Του την ανάπλαση των ανθρώπων. Και γι' αυτό ό Λόγος του Θεού (Υιός) έλαβε την ανθρώπινη φύση, ώστε, ως άνθρωπος μεν να μιλήσει προς τους ανθρώπους, ως Λόγος δε του Θεού και σοφία, να διδάξει τους ανθρώπους να πιστεύουν στον ένα και αληθινό Θεό και να ζουν σύμφωνα με το νόμο πού αυτός έδωσε. Επίσης ως άνθρωπος μεν να δώσει τον τρόπο της ζωής Του παράδειγμα της διδασκαλίας Του, αφού αυτός πρώτος τήρησε τον νόμο πού έδωσε στους ανθρώπους, ως Λόγος δε του Θεού και Δύναμις, να μπόρεση να κατορθώσει το παγκόσμιο αγαθό (την Σωτηρία), πού ήθελε. Διότι θα ήταν αδύνατον με την δύναμη μόνο ενός ανθρώπου να έπιστρέψη όλη την ανθρωπότητα προς τον Θεό. Και έτσι άφ' ενός μεν δια του Λόγου Του έσπειρε την αλήθεια ό παντοδύναμος και αόρατος Θεός στην Ιερουσαλήμ, άφ' ετέρου δε με την βοήθεια του Πνεύματος Του φώτισε και δυνάμωσε τους Αποστόλους Του, για να σπείρουν αυτοί την αλήθεια σε όλο τον κόσμο και να καταφρονήσουν τον θάνατο για την αγάπη της αλήθειας πού δίδασκαν, για την αγάπη του Θεού πού τους απέστειλε και για την αγάπη της σωτηρίας του κόσμου, κατά το παράδειγμα του Ιησού, ό όποιος πέθανε οικειοθελώς ως (τέλειος) άνθρωπος υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Έτσι πιστεύομε εμείς τον ένα Τριαδικό Θεό: Πατέρα, Υίόν και το Άγιον Πνεύμα, καθώς μας δίδαξε ό Κύριος ημών Ιησούς. Και επειδή αυτός λέγει την αλήθεια και είναι ό ίδιος αλήθεια πιστεύομε ότι και αυτό (πού λέμε τώρα) είναι αλήθεια. Και οί μαθηταί Του έτσι μας δίδαξαν εκτενέστερα. Έτσι λοιπόν το καταλαβαίναμε και λόγω της δυνάμεως της σοφίας (του Ευαγγελίου).

5. Πιστεύομε ότι ό Λόγος του Θεού και ό άνθρωπος την μορφή του οποίου έλαβε ό Λόγος του Θεού(κατά την θαυματουργό σάρκωση) είναι ό Χριστός. Και ή μεν ζωή του Χριστού σωματικώς ήταν ζωή υπεραγίου ανθρώπου, ή δε δύναμις της σοφίας και των έργων Του ήταν δύναμις Θεού. Πιστεύομε ότι όπως ή ψυχή και το σώμα του ανθρώπου αποτελούν ένα άνθρωπο, έτσι και ό Λόγος του Θεού από το ένα μέρος και από το άλλο μέρος ή ψυχή και το σώμα του Υιού της αγίας Μαρίας αποτελούσαν ένα πρόσωπο: τον Χριστό. Όμως όπως ή ψυχή και το σώμα είναι δύο φύσεις τελείως χωρισμένες μέσα στον άνθρωπο, έτσι και στον Χριστό οί δύο φύσεις, ή ανθρώπινη και ή θεία είναι τελείως χωρισμένες (δεν εξαρτώνται ή μία από την άλλη).

6. Πιστεύομε ακόμη ότι ούτε ό Λόγος του Θεού μετεβλήθη στο σώμα ή στην ψυχή του Χριστού, ούτε ότι το σώμα του Χριστού ή, ή ψυχή Του έγιναν Λόγος του Θεού, αλλά ότι πάντα ήταν και είναι στο πρόσωπο του Χριστού ό μεν Λόγος του Θεού πράγματι Λόγος του Θεού, ή δε ανθρώπινη φύσις, πράγματι ανθρώπινη φύσις. Πιστεύομε επίσης ότι ό Χριστός ως άνθρωπος δεν προσέλαβε την θεότητα, αλλά ή θεότης του Λόγου του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και δημιούργησε θαυμαστός αυτό το γεγονός (της σαρκώσεως). Κάθε τι πού βρίσκεται στον Θεό και προέρχεται από τον Θεό κατά την φύση, είναι Θεός, γιατί δεν υπάρχει στο Θεό τίποτε πού να μην ανήκει στην φύση Του. Και γι' αυτό τον αιώνιο Λόγο του Θεού τον ονομάζομε Θεό και τον πιστεύομε ως Θεό. Και επειδή αυτός ό Λόγος του Θεού ήταν μέρος της οντότητας του Χριστού, γι' αυτό ομολογούμε τον Χριστό Θεό και άνθρωπο. Άνθρωπο μεν κατά την ψυχή και κατά το σώμα, Θεό δε, γιατί στην οντότητα του υπήρχε ό Λόγος του Θεού.

7. Πιστεύομε ότι ό Λόγος του Θεού ήταν παρών στον Χριστό και μέσα στον κόσμο και στον Ουρανό και στην παρουσία του Θεού και Πατρός, επειδή ό Λόγος του Θεού είναι άπειρος, όπως και ό Θεός (Πατήρ) είναι άπειρος. Αυτός πού τον γεννά, δηλαδή νοώντας και έχοντας άπειρο δύναμη. Αλλά με άλλον τρόπο βρισκόταν στην παρουσία του Πατρός, με άλλον στην οντότητα του Χριστού και με άλλον στον κόσμο.

8. Πιστεύομε ότι όταν ό Θεός μεταδώσει την αγαθότητα και την χάρι Του σε κάποιο κτίσμα, δεν ζημιώνεται καθόλου ό Ίδιος, αλλά μάλλον δοξολογείται επειδή από την αρετή των κτισμάτων φανερώνεται ή δόξα του Θεού. Και όσο πιο πολύ βελτιώνεται το κτίσμα με την όλο και μεγαλύτερη μετάδοση της αγάπης (του Κτιστού), τόσο πιο πολύ γίνεται φανερή ή άγαθότης του Θεού και ή αγάπη Του προς τους ανθρώπους. Γι' αυτό και ή αγαθότητα του Θεού και ή αγάπη Του προς τους ανθρώπους έγινε πολύ μεγαλύτερη όταν ήλθε ό Λόγος του Θεού και Θεός με όλη Του την δύναμη στο πρόσωπο του Ιησού, παρά όταν έστελνε στους Προφήτες (της Παλαιάς Διαθήκης) λίγο από την χάρι Του, ενώ σε άλλους Προφήτες έστελνε λιγότερη και σε άλλους περισσότερη.

9. Πιστεύομε ότι ό Κύριος ημών, ό Χριστός σταυρώθηκε και πέθανε οικειοθελώς για πολλούς και σπουδαίους λόγους πού μας ωφελούν και οί οποίοι χρειάζονται πολλές εξηγήσεις. Και όλα αυτά τα υπέστη ως άνθρωπος, γιατί ό Λόγος του Θεού ούτε σταυρώνεται, ούτε πεθαίνει, ούτε ανασταίνεται, αλλά μάλλον Αυτός ανασταίνει νεκρούς, όπως ανέστησε και το σώμα πού έλαβε.

10. Πιστεύομε ότι ό Χριστός μετά την ανάστασή Του ανελήφθη στους Ουρανούς και ότι πρόκειται να έλθει πάλι με ένδοξο τρόπο για να κρίνει τον κόσμο.

11. Πιστεύομε ότι οί ψυχές των ανθρώπων είναι αθάνατες, ότι τα σώματα των αγίων θα αναστηθούν άφθαρτα, δίχως πάθη, φωτεινά, ελαφρά, δίχως να χρειάζονται τροφή ή ποτό, ντύσιμο ή άλλη σωματική ηδονή και ότι οί ψυχές αυτών πού έζησαν κατά το Ευαγγέλιο θα πάνε στον Παράδεισο, των δε αμετανόητων και κακών θα πάνε στην Κόλαση. Και ή μεν απόλαυσης των Αγίων και των δικαίων θα είναι στον Ουρανό (γιατί αυτός ονομάζεται τώρα Παράδεισος), ή δε κόλασης (τιμωρία) των κακών και πονηρών θα είναι στη Γη). Και ή απόλαυσης των Αγίων δεν θα είναι τίποτε άλλο, παρά το ότι αυτές οί ψυχές θα τελειωθούν στην γνώση και έτσι θα μπορούν να θεωρούν τα Μυστήρια του Θεού, τα όποια γνωρίζουν τώρα μόνο δια της πίστεως.

12. Γιατί όμως ήταν αναγκαίο να σαρκωθή ό Λόγος του Θεού και Θεός; Χρειάζονται πολλά λόγια για να το εξηγήσομε και όταν χρειασθεί είμαστε έτοιμοι να το κάνομε, αν και εν μέρει το έχομε ήδη κάνει.

Εκτός δε άπ' αυτά πού είπαμε ως τώρα, μας πληροφορούν για την αλήθεια της πίστεως αυτά τα επτά πράγματα:
Πρώτον: το ότι οί Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τους οποίους και εμείς δεχόμαστε, αναφέρουν στις προφητείες τους τον Ιησού και όσα Αυτός έπραξε και όσα του συνέβησαν, κι' ακόμη όσα έπραξαν οί Μαθηταί Του με την δική Του δύναμη. Επίσης προφήτευσαν γι' Αυτόν και τα Μαντεία των Αρχαίων Ελλήνων κατά παραχώρηση του Θεού, καθώς και οί αστρονόμοι των Περσών και των Αρχ. Ελλήνων. Όλες δε αυτές οί προφητείες εκφράζουν μεγάλο σεβασμό για τον Ιησού. Και το ότι αυτές οί προφητείες είναι αυθεντικές, μπορούμε να το αποδείξομε.
Δεύτερον: το ότι όλα τα βιβλία της Αγ. Γραφής πού περιέχουν την πίστη μας συμφωνούν μεταξύ τους κατά πάντα, γιατί αυτοί πού τα έγραψαν είχαν τον ίδιο διδάσκαλο, δηλαδή την Χάρι του Θεού, γιατί αλλιώς θα έπρεπε σε κάτι να διαφωνούν.
Τρίτον: το ότι αυτή ή πίστης, παρ' όλο πού ήταν νέα και παράδοξος, έγινε δεκτή από τους ανθρώπους παντού και γρήγορα, παρ' όλο πού διέτρεχαν πολλούς κινδύνους. Και έγινε δεκτή όχι μόνο από απλούς ανθρώπους, αλλά και από μορφωμένους και σοφούς. Αυτός λοιπόν είναι ό λόγος πού σταμάτησε τελείως ή πλάνη των Ελλήνων (ή ειδωλολατρία).
Τέταρτον: το ότι αυτή ή πίστης δεν περιέχει τίποτε πού να μην είναι πραγματοποιήσιμο, πού να μην συμφωνεί με τα ανθρώπινα δεδομένα, αλλά και τίποτε σ' αυτήν δεν βασίζεται σε υλικά πράγματα, αλλά τα πάντα έχουν πνευματικό χαρακτήρα. Ή πίστης αυτή είναι οδός πού οδηγεί τίς ψυχές των ανθρώπων στην αγάπη του Θεού και προς την μέλλουσα αιώνια ζωή.
Πέμπτον: το ότι όσοι δέχθηκαν αυτήν την πίστη και έζησαν ενάρετα σύμφωνα με τίς εντολές του Ιησού, έλαβαν από τον Θεό μεγάλα χαρίσματα και έκαναν πολλά θαύματα επικαλούμενοι το όνομα του Ιησού, πράγμα πού δεν θα συνέβαινε, αν αυτή ή πίστης δεν ήταν αληθινή.
Έκτον: το ότι όσα λέγονται από μερικούς κατά της πίστεως αυτής μπορούμε να τα αντικρούσομε πολύ εύκολα και με λογικά επιχειρήματα.
Έβδομον: το ότι αυτήν την πίστη την πολέμησαν με πολλά μαρτύρια και φόνους οί τότε Βασιλείς και οί Έπαρχοι αυτών σε όλη την οικουμένη επί 318 χρόνια και, ενώ ήταν ειδωλολάτρες και πίστευαν σε πολλούς θεούς, δεν κατόρθωσαν να υπερισχύσουν, αλλά νίκησε αυτή ή πίστης μέσα στον κόσμο και παραμένει μέχρι τώρα και όταν έλθει ό Κύριος (στην Δευτέρα Παρουσία) θα την βρει. Και αν αυτή ή πίστης δεν ήταν θέλημα Θεού, θα είχε διαλυθεί πολύ εύκολα. Σ' αυτόν τον Θεό ή δόξα. Αμήν.


Σήμ. του αρχ. κειμένου:
Ας γίνει γνωστό ότι στους αμύητους πρέπει να δίνομε τα εξαίσια μαθήματα της πίστεως μας μάλλον μ' ένα τρόπο πού να μπορούν να τα δεχθούν καλύτερα, όπως και συνέβη μ' αυτό το κείμενο, παρά με περισσότερη ακρίβεια. Κι' ακόμη με περισσότερη σαφήνεια για να μπορούν να μεταγλωττισθούν καλύτερα, όπως πράγματι ερμηνεύθηκαν αυτά με σωστό τρόπο στα αραβικά.
Το θεολογικό και φιλοσοφικό έργο του Γεωργίου-Γενναδίου Σχολαρίου πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχου μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων.
Ό Γεώργιος-Γεννάδιος Σχολάριος δεν μας άφησε μία πλήρη βιογραφία του, αλλά τα περισσότερα στοιχεία του βίου του βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στο τεράστιο συγγραφικό του έργο.


Τα «Άπαντά» του αποτελούν 8 τόμους φιλοσοφικών και θεολογικών μελετών μεγάλης αξίας ή κριτική έκδοσης των οποίων έγινε στην Γαλλία κατά τα έτη (1928-1936), από τους L. PETIT, X SIDERIDES , M. JUGIE Αύτη ή έκδοσης υπάρχει σήμερα στην Αθήνα, στην Γεννάδιο βιβλιοθήκη. (Στην δελτιοθήκη την βρίσκουμε στο όνομα PETIT).


Οι εκδότες αυτοί των «Απάντων» θεωρούν τον Γεώργιο - Γεννάδιο Σχολάριο ως τον μεγαλύτερο φιλόσοφο και θεολόγο του Βυζαντίου, ό όποιος και κλείνει την Βυζαντινή περίοδο της θεολογικής και φιλοσοφικής γραμματείας.


Στην εισαγωγή αυτής της εκδόσεως ό M. JUGIE γράφει ότι μέσα στο συνολικό έργο του Γεωργίου -Γενναδίου Σχολαρίου υπάρχουν άγνωστοι θησαυροί, οί οποίοι μπορούν να βοηθήσουν την Ανατολή και την Δύσι, επειδή ό Γεώργιος - Γεννάδιος Σχολάριος είχε μελετήσει πολύ δυτικούς θεολόγους και υπήρξε ό μόνος Βυζαντινός πού ασχολήθηκε τόσο με την δυτική φιλοσοφική και θεολογική γραμματεία, αφού γνώριζε πολύ καλά την λατινική γλώσσα. Μερικοί πού τον φθονούσαν τον κατηγόρησαν ότι «λατινίζει», αλλά εκείνος έβαλε τα πράγματα στην θέση τους σε μια σχετική του Ομιλία (1ος τόμ. Απάντων σελ. 376-389). Άλλωστε μετά την κοίμηση του Αγ. Μάρκου του Ευγενικού, ό Γεννάδιος Σχολάριος εξελέγη ως ηγετική προσωπικότης για να συνέχιση την «ανθενωτική» πολιτική.

Το τεράστιο συγγραφικό του έργο, το όποιο αρχίζει από την νεότητα του, έχει μεγάλη ποικιλία θεμάτων: Γραμματική, Φιλοσοφία, Ρητορική, Θεολογία διαφόρων κλάδων: Δογματική, Απολογητική, Ασκητική, Ποιμαντική, Λειτουργική. Μερικά από τα έργα του θεωρούνται από τους εκδότες των Απάντων του, ως αριστουργήματα.

Περιεχόμενα των 8 τόμων των Απάντων.


1ος Τόμος: "Έργα ρητορικά και θεολογικές μελέτες περί θείας προνοίας και περί ψυχής.
2ος Τόμος: Μελέτες, διάλογοι και αντιρρητικά έργα περί της εκπορεύσεως του Αγ. Πνεύματος.
3ος Τόμος: Συνέχεια των αντιρρητικών κειμένων κατά της ενώσεως της Φλωρεντίας. Μελέτες επί της θεολογίας του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά. Απολογητικά έργα προς τους Μουσουλμάνους και τους Ιουδαίους. Διάφορα θέματα θεολογικά.
4ος Τόμος: Περίληψης του έργου κατά των ειδωλολατρών και Α' μέρος της μελέτης επί της θεολογίας του Θωμά του Άκινάτη.
5ος Τόμος: Περίληψης του Α' και του Β' μέρους επί της μελέτης περί της θεολογίας του Θωμά του Άκινάτη. Μετάφρασης εκ του λατινικού και σχολιασμός του έργου του ιδίου «DE ENTE ET ESSENTIA».
6ος Τόμος: Αντιρρητικές μελέτες κατά του Πλήθωνος. Σχόλια επί της εισαγωγής του Πορφυρίου. Κατηγορίες του Αριστοτέλους και το βιβλίο στα λατινικά «DE INTERRETATIONE».
7ος Τόμος: Σχόλια στην Φυσική του Αριστοτέλους. Μετάφρασης από τα λατινικά στα προλεγόμενα του Θωμά του Άκινάτη στα δύο πρώτα βιβλία της Φυσικής του Αριστοτέλους - του έργου «DE SOPHISMATIBUS» του έργου «DE SEX PRINCIPIIS» υπό GILBERT DE LA PORREE - "Έργο περί Ευτυχίας κατά τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο και Μετάφρασης αποσπασμάτων της «Διαλεκτικής» του Πέτρου της Ισπανίας.
8ος Τόμος: Επιστολές - Γραμματική - Διάφορα. Αυτός ό τελευταίος τόμος περιέχει και εκτενή εισαγωγή για τον βίο του Γεωργίου-Γενναδίου Σχολαρίου, καθώς και περιληπτική παρουσίαση της φιλοσοφικής και θεολογικής του τοποθετήσεως. - Περιεχόμενα των 8 τόμων.


Βιογραφία του Γεωργίου-Γενναδίου Σχολαρίου.


Ό Γεώργιος Σχολάριος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1405 από ευκατάστατη οικογένεια. (Γεννάδιος ονομάστηκε όταν προσήλθε στον μοναχισμό). Σε μια του επιστολή προς τον Αγ. Μάρκο τον Ευγενικό δίνει την πληροφορία, ότι, όσον άφορα τίς ανθρωπιστικές σπουδές, την φιλοσοφία και την θεολογία, υπήρξε «αυτοδίδακτος».
Αφού προχώρησε αρκετά την μόρφωση του, πολύ νέος ακόμη, άνοιξε σχολή στο σπίτι του οπού συγκεντρώνονταν "Έλληνες-και Ιταλοί, για να τον ακούσουν. Εκείνη την εποχή συνέγραψε μια ελληνική Γραμματική και μετέφρασε, με σχόλια, φιλοσοφικά έργα της Δύσεως, εντρύφησε δε πολύ στο έργο του Αριστοτέλους.
Ή φήμη του τον οδήγησε τελικά να διοριστεί «Καθολικός Σεκρετάριος του Βασιλέως», επί βασιλείας του Ιωάννου Ζ' του Παλαιολόγου και ενώ ήταν ακόμη λαϊκός τον εξέλεξαν ως ιεροκήρυκα του αυτοκρατορικού ανακτόρου, οπού κήρυσσε τον λόγο του Θεού κάθε Παρασκευή, ενώπιον της Συγκλήτου και όλης της πόλεως, ρητόρευε δε συχνά στο Παλάτι και συζητούσε με προσωπικότητες των Ανακτόρων επί θεμάτων της επικαιρότητος.
Υπήρξε ένας από αυτούς πού συνόδευσαν τον Αυτοκράτορα Ιωάννη τον Ζ' στην Φεράρα και την Φλωρεντία για τον «Διάλογο» επί της Ενώσεως των Εκκλησιών και συνέθεσε ομιλίες σχετικές με αυτό το θέμα. Εισέπραξε δε εκεί πολλούς επαίνους, μένοντας όμως ακέραιος.
Παρ' όλες τίς υποχρεώσεις του στην επίσημη θέση πού βρισκόταν, συνέχιζε τίς μελέτες του και τίς παραδόσεις των μαθημάτων. Αυτή ή ήσυχη και εργατική ζωή διήρκεσε ως την κοίμηση του Αγ. Μάρκου Εφέσου του Ευγενικού (23 Ιουνίου 1444).

Ό Άγιος Μάρκος ό Ευγενικός γνώριζε τίς πραγματικές σκέψεις του Γεωργίου Σχολαρίου για το θέμα της «Ενώσεως» και λίγο πριν τον θάνατο του, ώρισε τον Γεώργιο Σχολάριο ως αντικαταστάτη του επί κεφαλής του «'Ανθενωτικού Κόμματος». Ό Γεώργιος Σχολάριος χάρηκε για την εμπιστοσύνη πού του έδειξε ό Αγ. Μάρκος ό Ευγενικός, δέχθηκε αυτήν την ηγετική θέση και υποσχέθηκε στον ετοιμοθάνατο Αγ. Μάρκο να συνέχιση το έργο του, κράτησε δε τον λόγο του.
Από το φθινόπωρο του 1444 αρχίζει τον έντονο αγώνα κατά των «Ενωτικών» με την «πολεμική» κατά του «FILIOQUE» και του «Δόγματος της Φλωρεντίας» με ομιλίες και διάλογους πού αμέσως κατέγραψε και με επιστολές.
Ό αγώνας αυτός συνεχίσθηκε ως τον θάνατο του αυτοκράτορας Ιωάννου Ζ' του Παλαιολόγου (1448). Τότε ό Γεώργιος Σχολάριος, πού ήταν ακόμη λαϊκός, πέφτει σε δυσμένεια, επειδή ό διάδοχος στον θρόνο του Βυζαντίου, ό Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, δεν είχε ακόμη αποσαφηνίσει την θέση του ως προς την «'Ένωση». Έτσι ό Γεώργιος Σχολάριος απογοητευμένος από τα πράγματα του Κόσμου, τρία χρόνια πριν την Άλωση, το 1450, αποφασίζει να μονάσει. (Υπάρχει σχετική επιστολή του προς τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο) και κείρεται μοναχός με το όνομα Γεννάδιος στην Μονή Χαρσιανείτου, συνεχίζοντας όμως την ανθενωτική του δράση.
Κατά την Άλωση τον συνέλαβαν οί Τούρκοι μαζί με τον ανιψιό του Θεόδωρο Σοφιανό και με μερικούς άλλους ως σκλάβους και τους οδήγησαν στην Ανδριανούπολι. Ό Τούρκος κύριος του μονάχου Γενναδίου του φέρθηκε με τιμή και εκεί τον βρήκε ό Μωάμεθ ό Πολιορκητής, όταν ή Εκκλησία τον εξέλεξε βάσει των κανόνων, για τον Οικουμενικό Θρόνο, πού χήρευε τότε. Εκείνος βέβαια δεν ήθελε, αλλά τελικά δέχθηκε υπό πίεση αυτό το αξίωμα ως Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Β'.
Παραιτήθηκε όμως πολύ γρήγορα (την άνοιξη του 1456), για λόγους τους οποίους εξηγεί στον επικήδειο του ανιψιού του Θεοδώρου Σοφιανού (8ος τόμ. σελ. 290). Τον Ιανουάριο του ίδίου έτους βρίσκεται στο Άγιον Όρος (πιθανώς στο Βατοπαίδι).
Μετά τον θάνατο του ανιψιού του, πού τον λύπησε πολύ, αφήνει το Άγιον Όρος για να εγκατασταθεί στην Μονή του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου (στα Βορειοανατολικά των Σερρών). Εκεί έμεινε σχεδόν όλο τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Εκλήθη όμως ακόμη δύο φορές στον Πατριαρχικό Θρόνο: Το 1462, μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Ισιδώρου Β', για ένα μόνον έτος και για τρίτη φορά, πάντα δίχως να το θέλει, το 1464. πριν τελειώσει το έτος τον άφησαν πάλι ελεύθερο, εκλέγοντας τον Ίωάσαφ Α' (1464-1466). Από τότε έμεινε στην Μονή του Προδρόμου ως το τέλος της ζωής του. Δεν ξέρομε όμως πότε ακριβώς έκοιμήθη, αλλά σε ένα χειρόγραφο υπάρχει ή πληροφορία ότι το 1472 ζούσε ακόμη.
Εκεί συνέγραψε το πιο σημαντικό μέρος των έργων του και εκεί βρέθηκαν τα περισσότερα αυτόγραφα χειρόγραφά του.

Σημ. της μεταφράστριας:
Αποφασίσαμε να παρουσιάσομε το έργο και τον βίο του Οίκ. Πατριάρχου Γενναδίου Β' του Σχολαρίου, επειδή ή προσωπικότης αυτή του Γένους των Ελλήνων, πού έδρασε σε μια πολύ κρίσιμη εποχή της ιστορίας του, μπορεί να μας έμπνευση και να μας βοηθήσει στην σημερινή δύσκολη εποχή στην οποία βρίσκεται πάλι το Ελληνικό Έθνος. Γι' αυτό λοιπόν θα 'πρεπε να βρεθούν κάποιοι να αναλάβουν την μετάφραση όλου του έργου του στα νέα-ελληνικά το συντομότερο.
Μετάφρασης περιληπτική εκ του γαλλικού κειμένου της «Εισαγωγής» των «Απάντων» του Γενναδίου Σχολαρίου (1ος τόμος)
Ειρήνη Οικονομίδου 7 Δεκεμβρίου 1998 Εορτή Αγ. Αμβροσίου Μεδιολάνων.
Περισσότερα για τον Γεννάδιο Σχολάριο μπορεί να βρει κάποιος στο:
«Γεννάδιος Σχολάριος, Βίος - Συγγράμματα - Διδασκαλία» υπό Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, καθηγ. Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έκδ. Ανάλεκτα Βλατάδων, αριθμ. 30, β'εκδ. 1997.
 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ