Η ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ ΒΑΣΙΛΗ ΜΕΡΚΟΥΡΗ


Αν αυτή τη στιγμή ξεσκεπάζαμε μία πλάκα ενός ευπρεπέστατου τάφου και βρισκόταν κάποιος να μας μιλήσει, πρώτη λέξη πού θα έβγαζε θα ήταν ματαιότης... Και έτσι λοιπόν αρχίζω:


Άνθρωπε στάσου δυο λεπτά και πρόσεξε κι έμενα θα σου μιλήσω συμβουλές που 'ναι καλές για σένα. Με βλέπεις κόκαλο γυμνό μα δίχως φαντασία και λες δεν ήμουν τίποτα δε δίνεις σημασία.


Μα κάποτε στα χρόνια μου είχα κι εγώ το κάλος και βάδιζα περήφανος σαν φουσκωμένος γάλος. Κι είχα κι εγώ τη δόξα μου σοφία του Σωκράτη του Ηρακλή τη δύναμη πολύφημου στα κράτη, είχα μαλλιά μεταξωτά και μάγουλα σαν μήλα και φρύδια πού δεν βρίσκονται σαν της ελιάς τα φύλλα, είχα καρδιά του λέοντος και μπράτσα σιδερένια, ακούραστα τα πόδια μου και στήθη μαρμαρένια, είχα τη γλώσσα τ' αηδονιού μάτια μεγάλα μαύρα και μερικοί μου λέγανε όλα μαζί πού τα 'βρα γι' αυτό κι εγώ χαιρόμουνα πώς ήμουν της γης ό φάρος και με το νου λογάριαζα πώς δεν υπάρχει χάρος.


Μα πότε δεν κατάλαβα περάσανε τα χρόνια και φύγανε τα νιάτα μου σαν του Μαρτίου τα χιόνια. Το γλέντι κι όλες οι χαρές περνούσαν στον αέρα κι όλη ή ζωή μου φάνηκε πώς ήτανε μία μέρα.


Σαν ένιωσα γεράματα θυμάμαι τα παλιά μου, μου φάνηκε παράξενο πώς άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φως από τα μάτια μου μικραίνει λιγοστεύει κι ό νους μου πώς γέρασα ακόμα δεν πιστεύει. Τα πόδια μου αδυνάτισαν, τα χέρια δεν κινιούνται, τα δόντια μου χαλάσανε κι αυτά παραπονιούνται.


Κατάλαβα το θάνατο σε λίγο τελειώνω και τότε βάζω μία φωνή και κλάματα και πόνο.

Ποιος μάγος θέλει τη ζωή και ποιόν γιατρό να πάρω και ποιος μπορεί και δύναται πού να νικάει το χάρο; Θα του χαρίσω χτήματα και λίρες όσες θέλει γιατί του χάρου το σπαθί να σπάσει και τα βέλη. Κανείς δε μου αποκρίθηκε, κανείς δε μου είπε ξέρει να μου γλιτώσει τη ζωή και νιάτα να μου φέρει.


Λοιπόν μία μέρα τ' Απριλίου, χωρίς να περιμένω, κάποιος χτυπάει την πόρτα μου με τρόπο αγριεμένο. Ήταν ψηλός κατάμαυρος φωνάζω τι να κάνω και μία φωνή με τρόμαξε μου λέει σήκω απάνω μου ξέσκισε τα σπλαχνικά και πήρε την ψυχή μου.


Αμέσως πάν' τα πλούτη μου μαζί με τη στολή μου και τώρα τα χωράφια και πάν' και τα παλάτια τα ρόδινα τα μάγουλα, ή γλώσσα και τα μάτια. Σκουλήκια 'φάγαν το κορμί της ομορφιάς το σώμα, ενώ με λάσπη γίναμε, γίνηκαν πάλι χώμα.


Οι φίλοι και οι συγγενείς δε θέλω να με κλαίνε θέλω κερί μνημόσυνο συγχώρεση να λένε, όπως με βλέπεις άνθρωπε έτσι θα καταντήσεις σ' αυτή την πρόσκαιρη ζωή μαθές να καζαντίσεις, όταν γεράσω να μη λες θα κάνω καλοσύνες τότε θα πάω στην εκκλησιά πολλές ελεημοσύνες ό χάρος είναι λαίμαργος δεν έχει προθεσμία δεν έχει φίλους, ουδέ χαρές εξαίρεση καμιά παίρνει τις μάνες των παιδιών, λεβέντες πού γλεντάνε, από την κούνια τα μωρά, γυναίκες πού κεντάνε.


Να σκέφτεστε το θάνατο εφτά φορές την ώρα, υπήρχαν κι άλλοι στη ζωή μα δεν υπάρχουν τώρα. Σε βήμα πρόσεξε του Σατανά το βρόχι μην αδικήσεις ορφανούς, γυναίκες χίλιες όχι πιστά τους νόμους φύλαξε χωρίς καμιά προσθήκη τας έντολάς του Μωϋσή τη νέα διαθήκη να μη δουλεύεις Κυριακή, ούτε γιορτές Αγίων να 'χεις αμόλυντη ψυχή και καθαρό το βίο, να μην πηγαίνεις πονηρά, μη βλαστημάς τα θεία να δίνεις περιφρόνηση του Σατανά τη βία, τη μέρα τα μαθήματα και πριν ό ήλιος δύσει με κάθε τρόπο του Θεού να τα 'χεις όλα σβήσει.


Ελεημοσύνη, προσευχή, αγάπη και νηστεία αυτά θα σώζουν την ψυχή, μη λες πώς είναι αστεία. Αγάπα τον πλησίον σου, ποτές κακό μην κάνεις, γιατί αργά ή γρήγορα θα σβήσεις, θα πεθάνεις.


Και τώρα αναγνώστα μου, τι σκέφτεσαι να κάνεις, τα λόγια πού σου μίλησα στο νου σου να τα βάλεις, γιατί αυτού πού είσαι ήμουνα κι εδώ πού είμαι θα 'ρθεις..


Περιοδικό
Orthodox Heritage
GREEK ORTHODOX CHRISTIAN BROTHERHOOD OF ST. POIMEN
HTTP//ORTHODOXHERITAGE.ORG

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ