Εργασία με θέμα «περίληψη του βιβλίου ο Ιωάννης Φουρνής και οι θεολογικές αντιλήψεις του»


Φλώρινα 2003

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Η προσωπικότητα του Ιωάννη Φουρνή, όπως και η θεολογική του κατάρτιση, έμειναν κατά το πλείστον άγνωστες σε μας για το λόγο ότι υπάρχει η προκατάληψη των ερευνητών έναντι των μετά το σχίσμα θεολόγων, των οποίων είναι κύριο γνώρισμα η κατά των λατίνων αντιρρητική διδασκαλία.
Είναι πάντως αλήθεια ότι η μετά τον 9ο αιώνα εποχή δεν εμφανίζει τις πολύ μεγάλες προσωπικότητες του 4ου και 5ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, όμως, και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς που ήκμασαν μετά τον 9ο αιώνα δεν παύουν να είναι ισάξιοι με αυτούς προγενεστέρων εποχών.
Κατά την εποχή δε του Ιωάννη Φουρνή (τέλος 11ου με αρχάς 12ου αι.) η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία αντιμετωπίζει σοβαρά εκκλησιαστικά και θεολογικά ζητήματα, τα οποία προκλήθηκαν είτε απ’ την επίδραση του αναγεννησιακού πνεύματος της κλασικής αρχαιότητας, είτε απ’ την απήχηση που είχαν στο Βυζάντιο οι αιρετικοί Παυλικιανοί και Βογόμιλοι, ή, τέλος, και απ’ τις ενωτικές προσπάθειες Βυζαντινών αυτοκρατόρων για προσέγγιση των δύο εκκλησιών. Τα προβλήματα δε αυτά περιγράφουν και την εκκλησιαστικοπολιτική κατάσταση της εποχής των Κομνηνών.
Η μακρά βασιλεία του Αλεξίου Α΄Κομνηνού, επί της οποίας έζησε ο Ιωάννης Φουρνής, κατέχει εξέχουσα θέση στη βυζαντινή ιστορία. Και η προσφορά του ιδρυτή της νέας δυναστείας των Κομνηνών συνετέλεσε τα μέγιστα στην αναδιοργάνωση του Βυζαντινού κράτους. Η εποχή του αποτελεί αφετηρία της τρίτης περιόδου της βυζαντινής αυτοκρατορίας και αποτελεί, παράλληλα, προβολή του παρελθόντος των οκτώ πρώτων αιώνων θεμελιώσεως και συγκροτήσεως του βυζαντινού κράτους, και βάση για τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις του μέλλοντος ( πτώση της Κων/πόλεως στους Φράγκους-άλωσή της από τους Τούρκους).
Εξωτερικά η δυναστεία των Κομνηνών είχε να παλαίψει με τους γύρω απ’ το Βυζάντιο αναπτυσσόμενους λαούς:Τούρκους, Σκύθες, Βαλκάνιους και Νορμανδούς. Οι Σελτζούκοι και Πατζινάκες Τούρκοι απ’ την Ανατολή και το Βορρά αναγκάζουν την αυτοκρατορία να διεξάγει συνεχείς αγώνες. Τον καιρό αυτό πολλές απ’ τις επαρχίες της Μικράς Ασίας ήλθαν στην κυριαρχία των Σελτζούκων και σημαντικά φρούρια της Χερσονήσου του Αίμου κατελήφθησαν από Σέρβους και Βουλγάρους.
Εσωτερικά τώρα, την εποχή αυτή το Βυζάντιο κλυδωνίζεται από οικονομική αθλιότητα και από πολλές αιρετικές διδασκαλίες και φιλοσοφικά ρεύματα. Εκκλησία και Πολιτεία αγωνίζονται από κοινού κατά της αιρέσεως γιατί όλοι, εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες, με φόβο θυμούνται την παλαιότερη αναταραχή που δημιούργησαν στο Βυζάντιο οι αιρετικοί.
Άλλο χαρακτηριστικό της εποχής αυτής είναι η ανάπτυξη των σχέσεων με τη Δύση. Οι αυτοκράτορες από την εν λόγω εποχή και μετά επιθυμούν μεγαλύτερη προσέγγιση της Δύσεως και εξασφάλιση-όπως νόμιζαν-υποστήριξης του Πάπα, υποσχόμενοι ως αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών, κάτι που ασφαλώς ο πιστός λαός δεν το επιθυμούσε. Κι αυτό γιατί ο Πάπας με το πρόσχημα της ένωσης επιθυμούσε την υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Δυτική και στον ίδιο το Πάπα.
Τον 11ο αιώνα συνέβη μια από τις παραδοξότητες της ιστορίας, χρειάσθηκε να αρχίσει η παρακμή του Βυζαντινού κράτους για να ακμάσουν εκ νέου τα γράμματα. Όμως, ούτε η δυναστεία των Κομνηνών, παρά το ότι συγκαταλέγει ικανούς και δραστήριους ηγεμόνες, κατόρθωσε να αποφύγει την πτώση του Βυζαντίου.
Ο πνευματικός όμως βίος και η θεολογική σκέψη του Φουρνή δεν ακολουθούν αυτή την καθοδική πορεία. Έτσι η αναμορφωτική τάση πάνω στο φιλοσοφικά και θεολογικό πεδίο, που εμφανίστηκε από τις αρχές του 11ου αιώνα, είχε κύριο εκφραστή της, βεβαίως, τον Μιχαήλ Ψελλό και βρήκε απήχηση στον Ιωάννη Ιταλό και τον Ευστράτιο Νικαίας. Οι οποίοι στην προσπάθειά τους να εκθέσουν με νέες μεθόδους την διδασκαλία της Εκκλησίας έπεσαν σε αιρετικές δοξασίες και καταδικάστηκαν από την Εκκλησία. Η καταδίκη αυτή, έτσι, τερμάτισε οριστικά την προσπάθεια πολλών δεκαετιών προς την κατεύθυνση της καταφατικής θεολογίας.
Οι θεολόγοι της εποχής αυτής, ασχολούμενοι με θέματα αναφερόμενα σ’ όλους τους κλάδους της θεολογικής επιστήμης, εμφανίζουν αξιόλογα κανονολογικά, ερμηνευτικά, δογματικά και αντιρρητικά έργα. Οι κανονολόγοι ερμηνεύουν και κωδικοποιούν το δίκαιο κατά τρόπο αποτελεσματικό. Οι ερμηνευτές εξηγούν τα βιβλία της Αγίας Γραφής προσπαθώντας να ανανεώσουν το σύστημα των σειρών. Προς αντιμετώπιση των αιρέσεων συγγράφονται από τους δογματικούς συγγραφείς αξιόλογα δογματικά έργα, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η Δογματική Πανοπλία του Ευθυμίου Ζηγαβηνού, στη σύνταξη της οποίας πολύτιμος βοηθός υπήρξε ο Ιωάννης Φουρνής. Ιδιαιτέρως όμως σ’ αυτή τη περίοδο καλλιεργείται η κατά των Λατίνων αντιρρητική, της οποίας το ενδιαφέρον στρέφεται στο περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος ζήτημα (filioque).
Η Λατινική θέση περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού (filioque), παριστάνοντας τον Υιό ως συναίτιο του Πατρός στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, δημιούργησε πολλά προβλήματα στην Εκκλησία και απειλούσε να ανατρέψει την δογματική υποδομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γι’ αυτό η αίρεση αυτή πολεμήθηκε σφόδρα από τους Έλληνες πατέρες και προ παντός από τον άγιο Φώτιο.
Η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως συνέβαλε τα μέγιστα στη διάρρηξη της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Έκτοτε οι σχέσεις των δύο εκκλησιών ολοένα και περιέρχονταν σε δύσκολη θέση. Δυσχεραίνονταν μάλιστα λόγω της προοδευτικής υιοθετήσεως του filioque από τους Δυτικούς.
Η κατά τον 9ο αιώνα επελθούσα ρήξη των σχέσεων στις δύο εκκλησίες προκάλεσε μεγάλη ώθηση σε πλούσια παραγωγή αντιρρητικών έργων από τους ορθοδόξους, των οποίων κύριο θέμα ήταν η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Αυτή η αντιρρητική συνεχίστηκε μέχρι και τον 11ο αιώνα, συνδυαζόμενη τώρα με κάθε λογής απόπειρα ενώσεως των εκκλησιών.
Η διδασκαλία του filioque είναι αποτέλεσμα της διαφορετικής συλλήψεως του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος. Αλλιώς λαμβάνουν το μυστήριο της Αγ. Τριάδος στην Ανατολή και αλλιώς στη Δύση. Η ανατολική θεολογία θέτει ως βάση τα τρία Πρόσωπα και ζητεί να κατανοήσει-όσο τούτο είναι δυνατό-την ενότητά τους. Αντίθετα η Δυτική θεολογία θέτει ως βάση την ενότητα του Θεού και προσπαθεί να κατανοήσει το τρισυπόστατό του με βάση τη λογική. Έχουμε έτσι εδώ δυο διαφορετικές Τριαδολογίες που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους.
Η Ανατολική εκκλησία έχοντας στη Τριαδική της θεολογία σαν σημείο εκκίνησης τα τρία Θεία Πρόσωπα, δέχθηκε μια αιτία στην Αγία Τριάδα, τον Πατέρα. Ο Οποίος Πατήρ είναι παράλληλα και η μοναδική πηγή και αρχή των δύο άλλων υποστάσεων. Έτσι το Άγιο Πνεύμα εξαρτάται μόνο απ’ τον Πατέρα και εκπορεύεται μονάχα απ’ Αυτόν. Αντίθετα η Δυτική εκκλησία έχοντας ως σημείο εκκίνησης την μία Θεία Ουσία, δέχθηκε την Ουσία ως αφετηρία της Τριαδολογίας της και ότι ο Υιός είναι συναίτιος του Πατρός στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος.
Γενικά η Ορθόδοξη πνευματολογία σημείωσε μια «αύξηση» ως προς την εμβάθυνση και διασάφηση του μυστηρίου στην εμπειρία της Καθολικής Εκκλησίας. Τον 4ο αιώνα διακηρύχθηκε το ομοούσιο με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Θεότητος. Την 9η εκατονταετηρίδα ο Μέγας Φώτιος, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα εισαγωγής στο Σύμβολο της Πίστεως του filioque, υπογραμμίζει την αντινομία ουσίας-υποστάσεων και διακρίνει σαφώς τους υποστατικούς χαρακτήρες, οι οποίοι ανήκουν στη Φύση και είναι κοινοί και στα Τρία Πρόσωπα.
Ο Ιωάννης Φουρνής ζώντας σε μια εποχή εξάρσεως της κατά των Λατίνων αντιρρητικής θεολογίας, συνέβαλε τα μέγιστα στην κατοχύρωση της Ορθόδοξης πνευματολογίας. Αφ’ ενός μεν μετάσχοντας σε συζητήσεις με Λατίνους για το θέμα του filioque, αφ’ ετέρου δε γράφοντας ο ίδιος αντιρρητική πργαματεία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Παρά ταύτα, όμως, η δράση και η θεολογική προσφορά του Ιωάννη Φουρνή, ανεξήγητα για τους ορθοδόξους, δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς. Η έρευνα του έργου του Ιωάννη Φουρνή, πιστεύουμε, πως θα βοηθούσε σε μια εποχή που πολλοί ομιλούν για ένωση με το Πάπα, να καταλάβουμε την Ορθόδοξη θεολογία, να την εμπεδώσουμε και να διαφωτιστούμε κατάλληλα γύρω από την αυτοσυνειδησία της.

* * *

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄(ΠΡΩΤΟ)


Βίος και δράση του Ιωάννη Φουρνή
Βιογραφικό διάγραμμα
 Ο Ιωάννης Φουρνής είναι ένας απ’ τους διακεκριμμένους αντιρρητικούς συγγραφείς της εποχής των Κομνηνών. Ήταν λόγιος μοναχός και Πρώτος του Όρους Γάνου. Ήταν επίσης διάσημος θεολόγος, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και πολέμιος των Λατινικών θέσεων.
Ο Ιωάννης Φουρνής διαθέτοντας μεγάλη θεολογική μόρφωση, προσείλκυσε το ενδιαφέρον του Λατινόφρονος Πατριάρχου Ιωάννου Βέκκου με σκοπό την αντίκρουση των περί Αγίου Πνεύματος αντιλήψεών του.
Οι πληροφορίες σχετικά με το βίο του Ιωάννη Φουρνή είναι σχετικά πενιχρές. Ήκμασε επί βασιλείας Αλεξίου Α΄Κομνηνού και επί πατριαρχείας Ιωάννου Θ΄Αγαπητού (1111-1124 μ.Χ.). Άγνωστο όμως είναι το πότε ακριβώς γεννήθηκε και πότε πέθανε. Το 1115 μ.Χ. υπολογίζεται ότι βοήθησε στη συγγραφή του έργου «Πανοπλία Δογματική» του Ευθυμίου Ζηγαβηνού.
Για τις σπουδές του δεν έχουμε πληροφορίες. Η όλη γενικά όμως δραστηριότητά του μαρτυρεί ότι είχε μεγάλη θεολογική και θύραθεν Παιδεία. Τέλος, η υπό τον τίτλο «περί της υπαλλαγής της μεταλήψεως των αγιασμάτων του Χριστού» συγγραφή του, μαρτυρεί ότι ενδιέτριψε και στην ερμηνεία των Κανόνων.
Ζώντας ο Ιωάννης Φουρνής σε μια εποχή αναβίωσης διάφορων αιρέσεων και ανάπτυξης των σχέσεων με τη Δύση με αντάλλαγμα την ένωση των «εκκλησιών», συνέβαλε τα μέγιστα στην καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών της εποχής του και στην υπεράσπιση της Ορθόδοξης πίστης.
 
Η έναντι των Λατίνων στάση
 
Αν και το 1054 μ.Χ. έγινε το σχίσμα της Ανατολικής «εκκλησίας» με τη Δυτική, οι σχέσεις και η επικοινωνία τους δεν διακόπηκε. Έτσι οι απόπειρες για ένωση που άρχισαν στα μέσα της 11ης εκατονταετηρίδας εντάθηκαν επί της εποχής του Αλεξίου Α΄Κομνηνού.
Ο Αλέξιος Κομνηνός, πιστός ο ίδιος στην εκκλησιαστική και θεολογική παράδοση, επεδίωκε με κάθε τρόπο την ενότητα των εκκλησιών για να έχει εξασφαλισμένη και την ενότητα του Κράτους του. Έτσι έλαβε μέρος σε θεολογικές συζητήσεις και Συνόδους, οι οποίες έλαβαν χώρα τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Τα θέματα των συνόδων αυτών ήταν κυρίως η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού (filioque), το Παπικό πρωτείο και η χρήση των αζύμων στην Θεία Ευχαριστία.
Ιδιαίτερης όμως σημασίας ενωτική προσπάθεια ήταν η κατά το 1112 μ.Χ. διεξαχθείσα στην Κων/πολη συζήτηση των βυζαντινών θεολόγων με τον αρχιεπίσκοπο Μεδιολάνων Πέτρο Χρυσολάνο. Ο τελευταίος πήγε στην Κων/πολη εκπροσωπώντας τον Πάπα Ρώμης Πασχάλη Β΄επί της Πατριαρχείας Ιωάννη Θ΄Αγαπητού, και υπεράσπισε το filioque ενώπιον του αυτοκράτορα Αλεξίου, της Συνόδου και της Συγκλήτου.
Σ’ όσα είπε ο Χρυσολάνος απάντησε ο Ιωάννης Φουρνής, ο οποίος και διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά τις διεξαχθείσες συζητήσεις. Αυτός υπεράσπισε με ζήλο και βαθειά θεολογική κατοχύρωση την εκ μόνου του Πατρός εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ήταν αυστηρός επιτιμητής της γύρω από το filioque Λατινικής διδασκαλίας. Εκτός όμως από τον Ιωάννη Φουρνή στον Πέτρο Χρυσολάνο απάντησαν: α) ο Μητροπολίτης Νικαίας Ευστράτιος, β) ο Νικήτας Σείδης, γ) ο Ιωάννης Ε΄Οξείτης, δ) ο Θεόδωρος Σμυρναίος, ε) ο Νικόλαος Μουζάλων, στ) ο ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος, ζ) ο Ιωάννης Ζωναράς, η) ο Ευθύμιος Ζυγαβηνός και θ) ο βασιλιάς Αλέξιος, ο οποίος κατέπληξε τον Λατίνο για την βαθειά γνώση των Αγίων Γραφών.
Γενικότερα οι συζητήσεις διεξήχθησαν με αντιπαραθέσεις και απ’ τις δυο πλευρές. Η θεμελίωση της Ορθόδοξης διδασκαλίας με εκτενή αναφορά των ορθοδόξων στην παράδοση της Εκκλησίας ήταν εντυπωσιακή. Αντίθετα ο Παπικός αντιπρόσωπος Πέτρος Χρυσολάνος ήταν πτωχός σε θεολογικές θέσεις και διακρινόταν κύρια για την μετά πάθους εμμονή του στο Λατινικό δόγμα. Έτσι χαρακτηριστική ήταν και η απάντηση του Ιωάννη Φουρνή: «Εάν έχεις κάτι να μας πεις, πες, εάν δεν έχεις πάψε να διδάσκεις το Λατινικό δόγμα και έλα στη γη, την οποία ο Θεός θα σου δείξει φωτίζοντας τα αισθητήρια της ψυχής σου». Έτσι οι συζητήσεις δεν κατέληξαν σε κανένα θετικό αποτέλεσμα και ο Παπικός αντιπρόσωπος έφυγε στην Ιταλία χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Τέλος η αποστολή του αρχιεππισκόπου Μεδιολάνων Πέτρου Χρυσολάνου προκάλεσε πολλές αντιρρητικές πραγματείες κατά των Λατίνων. Οι Ιωάννης Φουρνής και Ευστράτιος Νικαίας έκαναν ιδιαίτερες πραγματείες, ενώ συγχρόνως συνετάχθησαν και άλλες σχετικές μελέτες από τους: α) Θεόδωρο Πρόδρομο, β) Θεόδωρο Σμυρναίο, γ) Ευθύμιο Ζυγαβηνό, δ) Νικήτα Σείδη και ε) Νικόλαο Δ΄Μουζάλωνα.
 
Αντιπαράθεση των θεολογικών ερίδων
 
Ο Ιωάννης Φουρνής εργάσθηκε για την καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών της εποχής του. Η αντιαιρετική του προσφορά συνίστατο κύρια στην πολύτιμη βοήθεια, την οποία παρέσχε στον Ευθύμιο Ζυγαβηνό στην σύνταξη της Δογματικής Πανοπλίας, η οποία αποτελεί την σπουδαιότερη πηγή των θεολογικών ερίδων της εποχής του.
Κύριο γνώρισμα της αντιαιρετικής θεολογίας αυτής της εποχής είναι η αποσύνδεση του Χριστιανικού πνεύματος απ’ το κλασσικό πνεύμα. Η Ελληνική σοφία επιδοκιμάζεται μόνον όταν εναρμονίζεται με την διδασκαλία της Εκκλησίας και μόνο όταν συμβάλλει στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας.
Σπουδαιότερος εκφραστής κατά την περίοδο αυτή των αντιστρατευομένων με την ορθόδοξη διδασκαλία της Εκκλησίας φιλοσοφικών αντιλήψεων ήταν ο Ιωάννης Ιταλός. Καταγόταν απ’ την κάτω Ιταλία, εγκαταστάθηκε στην Κων/πολη για να γίνει μαθητής του Μιχαήλ Ψελλού, τον οποίο και διαδέχθηκε στην έδρα της φιλοσοφίας. Ο Ιωάννης Ιταλός αναγνώριζε αυτονομία της φιλοσοφικής σκέψης έναντι των δογμάτων της Εκκλησίας. Ερμήνευε κατά την Πλατωνική φιλοσοφία την αρχή του κόσμου και τον προορισμό του ανθρώπου. Δεχόταν την αιωνιότητα της ύλης, την αυθυπαρξία των ιδεών, την προύπαρξη της ψυχής και την μετεμψύχωση. Προπαντός ζητούσε να εξηγήσει με τη λογική τον τρόπο με τον οποίο ενώθηκαν στο Πρόσωπο του Χριστού οι δύο Φύσεις, Θεία και Ανθρώπινη. Γι’ αυτό η Εκκλησία καταδίκασε τις απόψεις του.
Μαθητής του Ιωάννου Ιταλού υπήρξε και ο Νικαίας Ευστράτιος. Αυτός δίδασκε ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο Φύσεις και δύο Πρόσωπα, των οποίων το μεν ανθρώπινο είναι ατελές και διαρκώς τελειοποιούμενο, ενώ το Θείο Πρόσωπο του Λόγου, αν και είναι συνδεδεμένο με το ανθρώπινο δεν χάνει την ιδιαιτερότητά του. Δέχεται την προσφερόμενη θυσία και προσκυνείται. Για τις κακοδοξίες του αυτές καταδικάστηκε ο Ευστράτιος Νικαίας από Σύνοδο που έγινε το 1117 μ.Χ.
Αλλά, και άλλα θεολογικά ζητήματα, όπως η ανακίνηση του Χριστολογικού ζητήματος (με ποιο τρόπο δηλ. θεώθηκε η ανθρώπινη Φύση του Χριστού) από τον μοναχό Νείλο, η έριδα περί των ιερών σκευών, των εικόνων και ιερών Κειμηλίων, και αργότερα η συζήτηση περί του χωρίου «ο Πατήρ μου μείζων μου εστι» και της φράσεως της Θείας Ευχαριστίας «συ εί ο προσφέρων και προσφερόμενος», αποτελούν θέματα της ως άνω Συνόδου.
Κοντά σ’ αυτά ήταν και η αίρεση των Βογομίλων, η οποία ήταν κράμα Μεσσαλιανών και Παυλικιανών. Ήταν δυαλιστές, παραδεχόμενοι δύο αρχές στην Θεότητα, τον Αγαθό Θεό (την Αγία Τριάδα_ και τον κακό Θεό (τον σατανά). Απέρριπταν τις εκκλησιαστικές ιεροτελεστίες, δηλαδή το Βάπτισμα, την Θεία Ευχαριστία και όλα γενικά τα εξωτερικά στοιχεία της λατρείας, καθώς και την τιμή των αγίων. Αρνούνται τη γνησιότητα των περισσοτέρων βιβλίων τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Αποκήρυτταν την Εκκλησία και όσους ανήκουν σ’ αυτή. Θεωρούσαν τους ναούς ως κατοικητήρια δαιμόνων και τα θαύματα τα απέδιδαν στους δαίμονες.
Τέλος και η αίρεση των Παυλικιανών επέφερε μεγάλη ανωμαλία σε Εκκλησία και Πολιτεία. Οι Παυλικιανοί δέχονταν δύο Θεούς (αγαθό και κακό). Ο αόρατος κόσμος, έλεγαν, δημιουργήθηκε απ’ τον καλό Θεό και ο ορατός απ’ τον κακό. Ο άνθρωπος, κατ’ αυτούς, είναι όν διφυές, συνίσταται από ψυχή και σώμα. Το σώμα όμως είναι ακάθαρτο επειδή είναι έδρα της πονηράς επιθυμίας, ενώ η ψυχή, αν και φυλακισμένη στο σώμα, τείνει προς τον αγαθό Θεό.
Οι εν λόγω θεολογικές έριδες τάραξαν την ειρήνη της Εκκλησίας και προκάλεσαν σύγχυση στο Ορθόδοξο δόγμα. Γι’ αυτό ο ευσεβής βασιλιάς Αλέξιος Α΄Κομνηνός, αγωνίσθηκε μετά ζήλου για την εμπέδωση της ορθόδοξης πίστης και την διευθέτηση των αιρετικών διδασκαλιών της εποχής του. Για το σκοπό αυτό συνεργάσθηκε στενά με επιφανείς θεολόγους της εποχής του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ιωάννης Φουρνής, ο οποίος με τον τρόπο του συνέβαλε στην αντιμετώπιση των κακοδοξιών της εποχής του.

* * *

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄(ΔΕΥΤΕΡΟ)

Ο Ιωάννης Φουρνής ως συγγραφέας
 
Ο Ιωάννης Φουρνής ήταν λόγιος μοναχός και σπουδαίος αντιρρητικός συγγραφέας της εποχής των Κομνηνών. Ήταν υπέρμαχος της Ορθόδοξης Τριαδολογίας και Πνευματολογίας της Ανατολικής Εκκλησίας και μεγάλος πολέμιος του filioque. Έγραψε μάλιστα και αντιρρητική πραγματεία για όσα ελέχθησαν από τον αρχιεπίσκοπο Μεδιολάνων Πέτρο, σχετικά με την εκπόρευση του παναγίου Πνεύματος.
Εκτός όμως απ’ αυτή τη πραγματεία ο Ιωάννης Φουρνής έγραψε και τα εξής συγγράμματα: α) προς μοναχό Γρηγόριο τον Αντιγονίτη, β) λόγο περί της μεταστάσεως του πανσέπτου σώματος της Θεοτόκου, όταν αναστήθηκε απ’ τους νεκρούς πριν τη κοινή ανάσταση, γ) περί της υπαλλαγής της μεταλήψεως των αγιασμάτων του Χριστού. Εκτός όμως αυτών έγραψε και άλλα έργα, τα οποία όμως εχάθησαν.
Στον Κώδικα 5659 (153) Φ.σπγ΄της μονής αγ. Παντελεήμονος του Αγίου Όρους σώζεται μια ανέκδοτη επιστολή του Ιωάννη Φουρνή, κατά την οποία ο Ιωάννης λέει από ποια πρόσωπα πρέπει να γίνεται η προσφορά της Θείας Ευχαριστίας.
Γενικότερα απ’ την μελέτη των έργων του Ιωάννη Φουρνή μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν γνώστης τόσο της Θεολογίας, όσο και της θύραθεν, όπως προείπαμε, σοφίας. Λόγω δε της μεγάλης θεολογικής του συγκροτήσεως υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης του Ευθυμίου Ζυγαβηνού στην σύνταξη της «Δογματικής Πανοπλίας».
 
Συγγράμματα του Ιωάννη Φουρνή
 
α) Αντιρρητική απολογία προς τα λεχθέντα παρά του Μεδιολάνων Πέτρου περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος
 
Περιεχόμενο
 
Το έργο αυτό αποτελεί κύρια απάντηση στις περί του Αγίου Πνεύματος απόψεις του Πέτρου Χρυσολάνου.
Ανασκευάζοντας ο Ιωάννης Φουρνής τις περί filioque αντιλήψεις της Δυτικής «εκκλησίας», εκθέτει τις δογματικές αποκλίσεις της έχοντας σαν βάση την Ορθόδοξη Πνευματολογία.
Στην αρχή της πραγματείας τονίζεται ότι η δογματική ανάλυση των θεμελιωδών Πνευματολογικών διαφορών μεταξύ των δύο «εκκλησιών» πρέπει να γίνει με οδηγό το Άγιο Πνεύμα.
Στη συνέχεια ανασκευάζεται η αντίληψη του Πέτρου Χρυσολάνου, κατά την οποία, για να είναι ίση και όμοια η δόξα του Πατέρα και του Υιού πρέπει να εκπορεύουν από κοινού το Άγιο Πνεύμα. Τέτοια όμως παραδοχή εισάγει δυαρχία στην Τριάδα, συγχέοντας υποστάσεις και υποστατικά ιδιώματα.
Οι τρείς υποστάσεις όμως είναι ασύγχυτες μεταξύ τους, διαφέροντας μόνο κατά τα υποστατικά τους ιδιώματα.
Στη συνέχεια ο Ιωάννης Φουρνής αποδεχόμενος τη μοναρχία του Πατέρα σαν τη μοναδική πηγή και αιτία της Θεότητας, θεμελιώνει πάνω σ’ αυτή τη μοναρχία και την από μόνο τον Πατέρα εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος διδασκαλία του.
Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα γιατί είναι Τέλειος Θεός. Και κάθε διδασκαλία περί της εκπορεύσεως και εκ του Υιού Αυτού έρχεται σε αντίθεση με την ισοτιμία των Θείων Προσώπων και με την Τελειότητα του Πατέρα.
Τα υποστατικά ιδιώματα των Προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι «ακοινώνητα», «ακίνητα» και «ίδια». Και ό,τι είναι ίδιο δεν μπορεί να είναι και κοινό. Η εκπόρευση είναι «ίδιο» του Πατέρα και κάθε διδασκαλία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού οδηγεί σε σύγχυση των υποστάσεων, διότι καταργείται η μοναρχία του Πατέρα.
Παράλληλα με τη μοναρχία του Πατέρα η Ορθόδοξη Τριαδολογία γνωρίζει και την μοναρχία της Αγίας Τριάδος. Αρχή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ο Πατέρας. Τα τρία Πρόσωπα όμως της Αγίας Τριάδος, κατά την ενέργεια, είναι μία αρχή ποιητική του κόσμου.
Κατά τη Ουσία και Υπόσταση το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο απ’ τον Πατέρα. Κατά την ενέργεια όμως εκπορεύεται τόσο από τον Πατέρα όσο και απ’ τον Υιό.
 
Επιστολή προς Γρηγόριο τον Αντιγονίτη
 
Περιεχόμενο
 
Η μικρή αυτή επιστολή διαπραγματεύεται την διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τα μνημόσυνα κάτω από το πρίσμα της αρχαίας παραδόσεως.
Κατά την αρχαία πράξη της Εκκλησίας τα μνημόσυνα τελούνται το Σάββατο και απαγορεύεται η τέλεσή τους κατά τις ημέρες των νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Στην αρχή της επιστολής ο Ιωάννης Φουρνής αναφέρει ότι δεν πρέπει να τελούνται μνημόσυνα κεκοιμημένων ή τρισάγια κατά τις εκτός Σαββάτου ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και Πεντηκοστής.
Κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής του Πάσχα, τονίζει ο συγγραφέας, πενθούμε τις νεκρωθείσες υπό της αμαρτίας ψυχές μας. Κατά δε την περίοδο της Πεντηκοστής χαιρόμαστε για την ανάσταση του Χριστού και πανηγυρίζουμε. Γι’ αυτό η Εκκλησία, λέει, ώρισε να μη τελούνται μνημόσυνα κατά τις πιο πάνω περιόδους και να τελούνται το Σάββατο προ των Απόκρεω και προ της Πεντηκοστής κοινά μνημόσυνα.
Το στάδιο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι καιρός πολέμου και μάχης με τα στρατόπεδα του σκότους.
Οι στρατιώτες μετά τη νίκη δεν φροντίζουν αμέσως τους νεκρούς τους, αλλά πανηγυρίζουν πρώτα για τα τρόπαια και θυσιάζουν για τα επινίκια. Κατά τον ίδιο τρόπο και μεις μετά τον πόλεμο και τη νίκη του Χριστού έτσι πρέπει να κάνουμε.
Κάνοντας έπειτα αναφορά ο Ιωάννης Φουρνής στο δια κολύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου Τύρωνος επισημαίνει ότι κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εκτός απ’ τα Σάββατα και τις Κυριακές, δεν τελείται πλήρης Θεία Λειτουργία, αλλά η των προηγιασμένων Δώρων.
Τα μνημόσυνα κατά την αρχαία τάξη της Εκκλησίας ήταν αρρήκτως συνδεδεμένα με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό όταν απαγορεύεται η τέλεση της πλήρους Θείας Λειτουργίας δεν μπορεί να τελεσθεί μνημόσυνο.
Τελειώνοντας, ο συγγραφέας προτρέπει τους πιστούς να κρατούν τις παραδόσεις των Πατέρων.
 
Λόγος περί της μεταστάσεως του Πανσέπτου Σώματος της Θεοτόκου
 
Περιεχόμενο
 
Ο λόγος του Ιωάννη Φουρνή για την μετάσταση του σώματος της Θεοτόκου αποτελεί θαυμάσια θεολογική θεμελίωση της τιμητικής λατρείας προς το πρόσωπο της Θεοτόκου.
Η τιμή της Θεοτόκου εμφανίσθηκε τον 5ο αιώνα και συνδυάσθηκε στενά με την διδασκαλία της Ορθόδοξης παράδοση σχετικά με την πραγμάτωση του μυστηρίου της Θείας Ενανθρωπήσεως.
Οι τρόποι με τους οποίους εκδηλώθηκε αυτή η τιμή υπήρξαν πάρα πολλοί. Κατ’ αρχάς το Πρόσωπο της αειπαρθένου Μαρίας έχει αγιογραφηθεί με πάρα πολλούς εικονογραφικούς τύπους για να δείξουν οι πιστοί την τιμή και ευλάβεια προς την Θεομήτορα. Η υμνογραφία της Εκκλησίας, από την άλλη, ύμνησε με υπέροχους ύμνους την Θεοτόκο αποδίδοντας προς αυτήν τα εκφραστικώτερα επίθετα.
Οι Πατέρες της Εκκλησίες με ομιλίες και άλλα έργα τους εξήραν τη θέση της Θεοτόκου στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Λόγου. Τέλος, οι διάφορες υπέρ αυτής ιεροτελεστίες και ο καθορισμός πολλών Θεομητορικών εορτών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, καθιστούν την τιμή της Παναγίας λαμπροτέρα.
Ο λόγος αυτός του Ιωάννη Φουρνή γράφτηκε με σκοπό να εκφωνηθεί κατά την εορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου και έχει εγκωμιαστικό και θεολογικό χαρακτήρα. Το ότι είναι εγκωμιαστικός (ο λόγος) μαρτυρεί το πλούσιο λεξιλόγιο και η χρήση πολλών εκφραστικών επιθέτων σχετικών με το πρόσωπο της Θεοτόκου. Προσπαθεί ο συγγραφέας να ερμηνεύσει και θεμελιώσει θεολογικώς τα διάφορα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου.
Η δογματική διατύπωση και εμβάθυνση στις αλήθειες γύρω απ’ το πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας μαρτυρεί το ότι ο συγγραφέας είχε μεγάλη δογματική κατάρτιση και ότι γνώριζε πολύ καλά την εκκλησιαστική «Μαριολογική παράδοση».
Σκοπός του δεν τόσο η ιστορική τεκμηρίωση της μεταστάσεως της Θεοτόκου, όσο η θεολογική θεμελίωσή της.
Ειδικώτερα ο λόγος αυτός, που αποτελείται από προοίμιο, κύριο μέρος και επίλογο, τονίζει γενικώτερα την μοναδική θέση της Θεοτόκου στην Ιερά Παράδοση και Χριστιανική Λατρεία, ως αγία Μητέρα του Θεού και άξια συνεργάτιδα του Λυτρωτού.
Στο προοίμιο ο Ιωάννης Φουρνής παρακαλεί την Παναγία να καταστεί Αυτή συνεργός στην συγκρότηση του λόγου του. Επικαλείται τη χάρη της για να μπορέσει να διαπραγματευθεί ένα τόσο έκτακτο γεγονός, όπως είναι η Μετάστασις της Θεοτόκου.
Στο κύριο μέρος ο Ιωάννης Φουρνής έχοντας σαν βάση Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση, θεμελιώνει θεολογικά το γεγονός της αναστάσεως της Θεοτόκου, μαζί βεβαίως με τα άλλα υπερφυή μεγαλεία της Θεομήτορος. Η θεολογική τεκμηρίωση των γεγονότων που αφορούν τη Θεοτόκο γίνεται πάντοτε σε σχέση με τον μοναδικό ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε η Θεοτόκος φέρνοντας στο κόσμο μας το Χριστό.
Στην αρχή της ενότητας ο συγγραφέας, κάνοντας αναφορά στα συστατικά του ανθρώπου, τα διακρίνει στο χωϊκό, που είναι το σώμα και στο πνευματικό που είναι η ψυχή. Με το θάνατο, λέει, τα σώματα γίνονται σκόνη. Το πανάχραντο σώμα, όμως, της Θεοτόκου δεν υπέστη φθορά και μετέστη στους ουρανούς.
Μερικοί, συνεχίζει ο Ιωάννης Φουρνής, λέγουν ότι το πανάχραντο σώμα της Θεοτόκου δεν μετέστη. Αποκρούοντας ο συγγραφέας αυτή την αντίληψη τονίζει ότι μια τέτοια διδασκαλία είναι απαράδεκτη και ανάξια προς τα υπέρ φύσιν μεγαλουργήματα της Θεοτόκου, διότι η Θεοτόκος υπήρξε ανέκαθεν στην εκκλησιαστική μας συνείδηση το πρότυπο της καθαρότητος και της αγιότητος. Απόδειξη δε της αγιότητος της Παναγίας είναι τα υπερφυή της μεγαλεία: α) η άσπορη σύλληψη, β) ο ανώδυνος τοκετός, γ) η αειπαρθενία της, δ) η εξιλέωσή μας μέσω Αυτής από την αμαρτία του Αδάμ και της Εύας.
Βεβαίως, προσθέτει ο συγγραφέας, και η Θεοτόκος σαν άνθρωπος δεν είχε πλήρη αναμαρτησία. Το Άγιο Πνεύμα όμως που βρισκόταν μέσα της την διέπλασε και διαπαιδαγώγησε. Αναφερόμενος δε στη διδασκαλία του Ανδρέα Κρήτης σχετικά με τη Θεοτόκο και ερμηνεύοντας το υμνολογικό κείμενο της εορτής της Κοιμήσεώς Της, τονίζει ότι η σύλληψη του Κυρίου από την Θεοτόκο αποδεικνύει την αλήθεια των αποδιδομένων στη Παρθένο Μαρία υπερφυών μεγαλείων.
Με τη πτώση των πρωτοπλάστων, λέει, το άφθαρτο σώμα του ανθρώπου μετεβλήθη σε φθαρτό και θνητό. Το σώμα του Χριστού ήταν ίδιο με το φθαρτό και παθητό σώμα των ανθρώπων, με την διαφορά όμως ότι δεν είχε αμαρτία. Ο Χριστός είναι Τέλειος Θεός και Τέλειος Άνθρωπος, γι’ αυτό και το σώμα Του δεν γνώρισε φθορά αλλά νίκησε το θάνατο και αναστήθηκε.
Έτσι, όπως το σώμα του Χριστού αναστήθηκε, κατά τον ίδιο τρόπο αναστήθηκε και το σώμα της Θεοτόκου και συνδοξάζεται με τον Υιό της στους ουρανούς.
Ακολούθως ο Ιωάννης Φουρνής υπογραμμίζοντας τις ανθρωπολογικές συνέπειες της Χριστολογίας αναφέρεται εκτενέστερα στην μεταστοιχείωση του ανθρώπου που θα γίνει στην μέλλουσα κρίση και επισημαίνει την άμεση σχέση της αναστάσεως του Χριστού με την κοινή ανάσταση των νεκρών σωμάτων μας. Η διαπραγμάτευση του θέματός του γίνεται με παραθέσεις χωρίων τόσο απ’ την Καινή Διαθήκη όσο και απ’ την Πατερική Γραμματεία.
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ακόμη τη κατάσταση που θα είναι κατά τη μέλλουσα κρίση. Όταν όμως ο Χριστός φανερωθεί μ’ όλη τη δόξα Του, τότε θα είμαστε σε θέση να δούμε το Χριστό, αφού τα σώματά μας θα είναι όμοια του Χριστού, άφθαρτα.
Αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας, συνεχίζει ο Ιωάννης Φουρνής, όπως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρονται στη θέωση των αγίων σωμάτων με την Χάρη του Χριστού. Εκθέτοντας δε ο συγγραφέας τις απόψεις αυτές των Πατέρων της Εκκλησίας τελειώνει το κύριο μέρος της ομιλίας αυτής και εισέρχεται στον επίλογο. Ο οποίος διακρίνεται για το εγκωμιαστικό ύφος και τα πολλά προς τιμήν της Θεοτόκου.
Στο επίλογο ο Ιωάννης Φουρνής τονίζει τις αρετές και τα χαρίσματα της Θεοτόκου εξαίροντας τα υπερφυή μεγαλεία της. Παρακαλεί, τέλος, την Παναγία να σπεύδει πάντοτε σε βοήθεια του ίδιου και όλων των πιστών.
 
Λόγος περί της υπαλλαγής της μεταλήψεως αγιασμάτων του Χριστού
 
Γενικά
 
Δεν γνωρίζουμε το συντάκτη τούτης της ομιλίας. Υπάρχει μεγάλη ασάφεια. Απ’ την έρευνα των σπουδαιοτέρων καταλόγων χειρογράφων συνάγεται ότι οι συντάκτες αντιμετωπίζουν πράγματι πρόβλημα στην απόδοση της επιστολής.
Ισχυρότερη ένδειξη για την απόδοση της επιστολής-λόγου στον πραγματικό συντάκτη της Ιωάννη Φουρνή αποτελεί το γεγονός ότι στα χειρόγραφα το έργο αυτό βρίσκεται κάτω απ’ το όνομα του Ιωάννη Φουρνή και της επιστολής του προς Γρηγόριο Αντιγονίτη.
 
Περιεχόμενο
 
Η επιστολή αυτή αποτελεί απάντηση σε ερώτημα μοναχού. Για τη σύνταξή της χρησιμοποίησε, όπως ο ίδιος ο Φουρνής λέει, τους ιερούς Κανόνες.
Στην αρχή εκτίθεται ο σκοπός για τον οποίο συντάχθηκε η επιστολή και στη συνέχεια εξετάζεται ο Θεσμός της Ευχαριστιακής νηστείας, της νηστείας δηλαδή που χρησιμοποιείται ως μέσον προετοιμασίας για τη Θεία Ευχαριστία.
Η Θεία Ευχαριστία δεν τελούνταν σε ορισμένους καιρούς, γι’ αυτό και η μετάληψη των Θείων Δώρων γινόταν συχνά, και όχι πάντα νηστικοί. Έτσι ο θεσμός της Ευχαριστιακής νηστείας δεν τηρούνταν απ’ όλους τους πιστούς.
Η έλλειψη σταθερής συνήθειας ως προς την Ευχαριστιακή νηστεία γίνόταν αιτία κατάλυσης και της νηστείας της Μ. Πέμπτης.
Κατά την αποστολική εποχή, διαβάζουμε στην επιστολή, οι πιστοί επειδή ο Χριστός παρέδωσε το Θείο Μυστήριο απόγευμα, μετελάμβαναν άνηστοι.
Επειδή όμως η κατάλυση της νηστείας της Μ. Πέμπτης οδήγησε στην παράβαση και της εγκρατείας κατά τις ημέρες των νηστειών της Μ. Τεσσαρακοστής, η Σύνοδος της Λαοδίκειας την απαγόρευσε.
Σε αντίθεση όμως της Συνόδου της Λαοδίκειας, η Τοπική Σύνοδος της Καρθαγένης θέσπισε την τήρηση της Ευχαριστιακής νηστείας για όλο το έτος πλην της Μ. Πέμπτης.
Η έκτη Οικουμενική Σύνοδος, τέλος, με τον 29ο κανόνα της, καθιέρωσε την τήρηση της Ευχαριστιακής νηστείας για όλο το έτος και απαγόρευσε τη χρήση δοχείων από χρυσό ή άλλη ύλη για την υποδοχή του Θείου Δώρου.
Στη συνέχεια ο Ιωάννης Φουρνής, αναφερόμενος σε άλλα λειτουργικά ζητήματα, τονίζει πως οι απόστολοι τελούσαν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας λέγοντας μόνο «τούτο εστι το σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού το υπέρ ημών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Το ίδιο γινόταν και κατά το βάπτισμα. Τότε με απλή κατάδυση στο νερό κατέβαινε αοράτως το Άγιο Πνεύμα στο βαπτιζόμενο, τώρα δε χρησιμοποιείται και λάδι με μύρο και άλλα πολλά τα οποία διαβάζονται κατά το μυστήριο.
Κλείνοντας την επιστολή οι συγγραφέας επαναλαμβάνει ότι τα όσα έγραψε τα συνέλεξε από τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, προτρέποντας τους πιστούς να προτιμούν πάνω απ’ όλα την αλήθεια.
 
Αμφιβαλλόμενο έργο
 
Στον Ιωάννη Φουρνή αποδίδεται από τον Ανδρέα Παπαβασιλείου και η Πραγματεία του Ευθυμίου Ζυγαβηνού, κατά Λατίνων κεφάλαια ΙΒ΄ή περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Την άποψή του αυτή τη στηρίζει στα εξής δύο δεδομένα: α) Ο Ιωάννης Φουρνής έλαβε μέρος στις συζητήσεις που έγιναν το 1112 μ.Χ. στην Κων/πολη με Λατίνους σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και β) επειδή υπήρξε στενός συνεργάτης του Ευθυμίου Ζυγαβηνού στη σύνταξη της «Δογματικής Πανοπλίας».
Απ’ την έρευνα όμως της χειρόγραφης παράδοσης προκύπτει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί το έργο αυτό στον Ιωάννη Φουρνή.

* * *

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄(ΤΡΙΤΟ)
Η ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

 
Το άγιο Πνεύμα σε σχέση με τον Πατέρα και τον Υιό
 
Ο Ιωάννης Φουρνής, θέλοντας να διασφαλίσει τις ορθόδοξες απόψεις περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος από μόνο τον Πατέρα, τονίζει το Τριαδολογικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης Πνευματολογίας.
Ακολουθώντας την διδασκαλία τη σχετιζόμενη με την Αγία Τριάδα της Ανατολικής παράδοσης, κατά την οποία, ό,τι ισχύει για την Αγία Τριάδα γενικά, ισχύει εξ ίσου και για το Άγιο Πνεύμα, και θεωρώντας την Μοναρχία στη Θεότητα ως βασική προϋπόθεση θεώρησης των σχέσεων των Θείων Προσώπων στην Αγία Τριάδα, εξαίρει το όνομα του Πατρός και Τον θεωρεί-όπως και είναι- ως τη μοναδική πηγή και αιτία της Θεότητος. Έτσι, τονίζοντας τη Μοναρχία του Πατέρα, αποκρούει την εισαγόμενη με το filioque από τους Δυτικούς δυαρχία στην Τριάδα. Η οποία δυαρχία οφείλεται στη σύγχυση των υποστατικών ιδιωμάτων.
Τα τρία Θεία Πρόσωπα έχουν κοινή Ουσία, Φύση και Δόξα. Αυτό που τα κάνει να διακρίνονται μεταξύ τους είναι οι υποστάσεις Τους. Τα τρία Θεία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι ο Θεός Πατέρας που αποτελεί την αρχή και την αιτία και των άλλων δύο υποστατικών Προσώπων, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Έτσι στην Αγία Τριάδα ό,τι είναι ενιαίο είναι συγχρόνως και κοινό. Οι τρείς υποστάσεις, αν και μετέχουν στη κοινή Ουσία, διαφέρουν εν τούτοις μεταξύ τους με τα υποστατικά ιδιώματα.
Τα υποστατικά ιδιώματα αποτελούν, κατά τον Ιωάννη Φουρνή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κάθε μιάς υπόστασης. Επίσης τα υποστατικά ιδιώματα είναι ακοινώνητα, ακίνητα και ασύγχυτα. Και δεν προσδιορίζουν καμμιά διαφορά Ουσίας ή ανισότητα των Προσώπων. Έτσι, ό,τι είναι «ίδιο» του Πατέρα, π.χ., δεν μπορεί να είναι κοινό του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και ό,τι είναι «ίδιο» του Αγ. Πνεύματος δεν μπορεί να είναι κοινό των άλλων Προσώπων.
Τα τρία Πρόσωπα της Θεότητας έχουν μεν κοινή Ουσία, διακρίνονται δε από τα προσωπικά τους ιδιώματα. Ο Πατέρας διακρίνεται από την αγεννησία Του, απ’ το ότι είναι η Αρχή, η πηγή και η ρίζα στη Θεόιητα, ο Υιός από την προαιώνια γέννησή Του και το Άγιο Πνεύμα από το ότι εκπορεύεται από το Θεό Πατέρα. Αυτό που, όμως, κυρίως διακρίνει τον Πατέρα από τα άλλα δύο Θεία Πρόσωπα είναι η αγεννησία Του και το ότι γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα.
Ο Υιός έχει όλα τα κοινά και ενωμένα με τη Μία Θεότητα στοιχεία. Είναι ομοούσιος και συναίδιος του Πατέρα, γεννάται από τον Πατέρα και λαμβάνει τα πάντα απ’ Αυτόν, εκτός από τα υποστατικά ιδιώματά Του, αφού δεν είναι Πατέρας, εφόσον γεννάται, ούτε Πνεύμα, αφού δεν εκπορεύεται.
Ακολούθως ο Ιωάννης Φουρνής ερμηνεύοντας διάφορα χωρία της Καινής Διαθήκης λέει ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα κατά την ενέργεια αποτελούν μία Αρχή ποητική του κόσμου. Ενώ ο Πατέρας κατά την αιτία της υπάρξεως είναι η αρχή του Υιού και του Αγ. Πνεύματος. Παρ’ όλα αυτά όμως, συνεχίζει ο Ιωάννης Φουρνής, υπάρχουν μερικά υποστατικά ιδιώματα που είναι κοινά (π.χ. η συγχώρεση των αμαρτιών).
Όπως ο Υιός γεννάται προαιωνίως από τον Πατέρα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται προαιωνίως από τον Θεό Πατέρα. Κι αυτό, βεβαίως, και το Άγιο Πνεύμα, έχει κατά τη Φύση και Ουσία Του όλα όσα έχουν και τα άλλα δύο Θεία Πρόσωπα. Διαφέρει μόνο κατά τα υποστατικά του ιδιώματα. Τα οποία είναι το ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα, ότι δεν γεννάται και ότι αγιάζει και φωτίζει τον κόσμο.

* * *

Η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος
 
Η Ορθόδοξη Θεολογία διδάσκει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από μόνο τον Πατέρα. Αυτή την διδασκαλία, όπως λέει και ο ιερός Φώτιος, παρέλαβε η Εκκλησία από τον ίδιο τον Κύριο και τους μαθητάς και Αποστόλους Του. Την ίδια όμως διδασκαλία μας μεταφέρει και όλη η χορεία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.
Προ του ιερού Φωτίου οι Πατέρες δεν είχαν ασχοληθεί συστηματικά με το θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος γιατί αυτό το θέμα άρχισε να μας απασχολεί μετά τον Θ΄αιώνα. Κι αυτό λόγω της εμμονής της Δυτικής Εκκλησίας να εισαγάγει στο Σύμβολο της Πίστεως του filioque.
Ο Ιωάννης Φουρνής πολεμώντας τις απόψεις των Δυτικών περί filioque τονίζει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μονάχα από τον Πατέρα. Γιατί λέει η διδασκαλία αυτή των Δυτικών καταργεί το δόγμα της Μοναρχίας στη Θεόητα και υποβιβάζει το ‘Αγιο Πνεύμα εισάγοντας τη δυαρχία στην Τριάδα.
Στη συνέχεια, αναπτύσσοντας τη διδασκαλία σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, αναφέρεται στις βασικές αρχές της Ορθόδοξης Θεολογίας γύρω από το Άγιο Πνεύμα έχοντας σαν αφετηρία τη πίστη Του.
Ο Ιωάννης Φουρνής αναιρεί επίσης και την άποψη του Δυτικού αντιπροσώπου Πέτρου Χρυσολάνου, ο οποίος πρέσβευε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύτεται τόσο από τον Πατέρα όσο και από τον Υιό. Η άποψη αυτή, όμως, υπογραμμίζει ο Ιωάννης Φουρνής, υποβιβάζει το Άγιο Πνεύμα. Κι αυτό γιατί ενώ μεν τα άλλα δύο Πρόσωπα εκπορεύουν το Άγιο Πνεύμα τούτο δεν έχει τι να εκπορεύσει. Και έτσι στερείται της φυσικής δόξης που έχει ως ομοούσιο των άλλων Προσώπων.
Η διδασκαλία του filioque της Δυτικής Εκκλησίας, εκτός των άλλων, αναιρεί και την Τελειότητα του Πατέρα στο θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Αφού διδάσκει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι είναι «ίδιο» του Πατέρα η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος χωρίς τη βοήθεια του Υιού.
Η Ανατολική Θεολογία για να μην πέσει σε σύγχυση και υποτίμηση οποιασδήποτε υπόστασης έχει ως βάση της Τριαδολογίας της το Πρόσωπο και όχι την Ουσία. Η Δυτική πρεσβεύει ότι αφετηρία της Τριαδολογίας της είναι η Ουσία, πράγμα που την οδήγησε στη σύγχυση Προσώπων και ιδιωμάτων.
Ο Ιωάννης Φουρνής δέχεται την Ορθόδοξη θέση και θεωρεί ως αρχή και πηγή των δύο άλλων υποστάσεων το Πρόσωπο και όχι τη Φύση του Πατέρα.
Κατά το συγγραφέα μας ο Θεός Πατέρας είναι η μόνη αιτία και μοναδική «αρχή και ρίζα» των προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Η ιδιότητα της αιτίας του Πατέρα είναι υποστατική και ανήκει μόνο στον Πατέρα. Αν πούμε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και απ’ τον Υιό παραδεχόμαστε δυο αιτίες. Τον Πατέρα και τον Υιό. Αν γίνει όμως κάτι τέτοιο καταργείται η Μοναρχία στη Θεότητα και εισάγεται η Δυαρχία που οδηγεί στη διθεία.
Ο Ιωάννης Φουρνής ακολουθώντας τους Καππαδόκες Πατέρες και τον ιερό Φώτιο, δέχεται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο απ’ τον Πατέρα γιατί έτσι μόνο δεν συγχέονται τα φυσικά και υποστατικά ιδιώματα στην Αγία Τριάδα.
Εάν ο Υιός εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα μαζί με το Πατέρα οικειοποιείται κάτι που το έχει μόνον ο Πατέρας. Γίνεται μέτοχος της Πατρικής υποστάσεως και έτσι αντί για την μία αιτία της Θεότητας, που είναι ο Πατέρας, έχουμε δύο αίτια. Και συγχέεται το «ίδιον» των υποστάσεων, προσβάλεται η Τριαδική ενότης των Προσώπων.
Η παράδοση που επικρατεί στην Ανατολή για να αποφύγει τη σύγχυση των υποστάσεων, διακρίνει σαφώς τους υποστατικούς χαρακτήρες, οι οποίοι ανήκουν σε κάθε ένα Θείο Πρόσωπο και τους χαρακτήρες που ανήκουν στη φύση. Και κατά συνέπεια είναι κοινοί στα τρία Θεία Πρόσωπα. Αντίθετα η Δυτική Τριαδολογία, ξεκινώντας από διαφορετικές προϋποθέσεις, εισήγαγε κάτι το απρόσωπο στις σχέσεις και την προέλευση των υποστάσεων. Έτσι ο Ιωάννης Φουρνής δέχεται ότι η Ουσία είναι κοινή και στις τρείς υποστάσεις, ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της Θείας Ουσίας και των υποστατικών ιδιωμάτων και ότι το Πρόσωπο του Πατρός είναι μόνον η Αρχή και η Αιτία των άλλων υποστάσεων.
Εάν υποθέσουμε, λέει ο Φουρνής, ότι ο Πατέρας εκ φύσεως και όχι εξ υποστάσεως εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, τότε, επειδή η Φύση είναι κοινή και στα τρία Θεία Πρόσωπα, όχι μόνο ο Υιός θα μπορούσε να εκπορεύει το ΄Αγιο Πνεύμα αλλά και το ίδιο το Πνεύμα θα μπορούσε να εκπορεύει άλλο πρόσωπο ή και να συμμετέχει στην προσωπική του εκπόρευση. Αυτό όμως οδηγεί σε σύγχυση των υποστάσεων. Οδηγεί στο Σαβελλιανισμό. Διαμελίζεται το Άγιο Πνεύμα με την αυτοεκπόρευσή Του και με το filioque της Δυτικής Εκκλησίας σχετικοποιούνται τα Πρόσωπα και συγχέονται οι ιδιότητες των υποστάσεων. Αντίθετα η Ορθόδοξη διδασκαλία της εκπόρευσης του Αγίου εκ μόνου του Πατρός αποκλείει κάθε αιρετική απόκλιση και διασφαλίζει την ορθόδοξη πίστη.
Παράλληλα, όμως, με την καθ’ ύπαρξιν εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα, έχουμε και την κατ’ ενέργειαν εκπόρευση από τον Πατέρα και τον Υιό, που κι αυτή είναι εξ ίσου σημαντική.
Εκτός από τη διάκριση Ουσίας-υποστάσεις, στην ορθόδοξη παράδοση έχουμε και την διάκριση μεταξύ της αμέθεκτης κοινής Ουσίας και της μεθεκτής κοινής Ενεργείας. Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή ο Πατέρας είναι η μόνη αρχή της Τριάδος και η Αγία Τριάδα είναι η κοινή αρχή των κτισμάτων. Την διάκριση αυτή, ο Ιωάννης Φουρνής, την θεμελιώνει και Βιβλικά.
Η Παράδοση της Ανατολής δέχεται ότι το Άγιο Πνεύμα στην προαιώνια ύπαρξή Του εξαρτάται μόνο απ’ τον Πατέρα, ενώ στις αποστολές Του προς τον κόσμο εξαρτάται και απ’ τον Υιό. Την παράδοση αυτή ακολουθεί και ο Ιωάννης Φουρνής.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η λατινική θεολογία, ταυτίζοντας ουσία και ενέργεια στο Θεό, συγχέει πρώτα ουσία και υποστάσεις-υποστατικά ιδιώματα και δεύτερον την κοινή Ουσία και Ενέργεια με τα φυσικά ιδιώματα. Αυτή η σύγχυση οδηγεί αναπόφευκτα στο filioque, ενώ η διάκριση ουσίας και ενέργειας της Ορθόδοξης Θεολογίας, κάτω απ’ το φως της ανατολικής παράδοσης επιλύει το πρόβλημα του filioque, αποτρέπει την πλάνη του και διασφαλίζει την ορθόδοξη πίστη και αλήθεια.

* * *

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μ’ αυτή τη μικρή σε μέγεθος μελέτη, έγινε προσπάθεια παρουσίασης της εποχής του Αλεξίου Α΄Κομνηνού (1081-1118 μ.Χ.), εποχή που έζησε και έδρασε ένας λόγιος μοναχός μοναχός, ο Ιωάννης Φουρνής. Ο Ιωάννης Φουρνής εργάσθηκε χωρίς να γογγύσει για την καταπολέμηση των αιρετικών διξασιών και λατινικών καινοτομιών.
Κατά την εποχή του Ιωάννη Φουρνή η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετωπίζει σοβαρά εκκλησιαστικά και θεολογικά ζητήματα, τα οποία προήλθαν είτε απ’ την επίδραση της κλασσικής αρχαιότητας, είτε και απ’ τις ενωτικές προσπάθειες των βυζαντινών αυτοκρατόρων για την προσέγγιση των δύο «εκκλησιών». Έτσι η αναβίωση διάφορων αιρέσεων, η αναγέννηση των κλασσικών σπουδών και η ανάπτυξη των σχέσεων με τη Δύση και το Πάπα σε αντάλλαγμα την ένωση, αποτελούν τα κύρια γνωρίσματα της εποχής αυτής.
Οι αυτοκράτορες από την εποχή αυτή προσπαθούν να εξασφαλίσουν την Παπική υποστήριξη υποσχόμενοι ως αντάλλαγμα την ένωση των «εκκλησιών». Ιδιαίτερης σημασίας ενωτική προσπάθεια ήταν αυτή που διεξήχθη στην Κων/πολη το 1112, όπου έγινε συζήτηση περί Αγίου Πνεύματος των βυζαντινών θεολόγων με τον αρχιεπίσκοπο Μεδιολάνων Πέτρο Χρυσολάνο. Σ’ αυτή τη συζήτηση πρωτεύοντα ρόλο διεδραμάτισε ο Ιωάννης Φουρνής.
Ο Ιωάννης Φουρνής, σε αντίθεση με τη Δύση και το Πάπα, δέχεται διάκριση ουσίας-υποστάσεων, θεωρεί την Μοναρχία του Πατέρα στην Τριάδα σαν τη μοναδική πηγή και αιτία των Θείων Προσώπων, πρεσβεύει ότι παράλληλα με την Μοναρχία του Πατέρα υπάρχει και η Μοναρχία της Αγάις Τριάδος, κατά την οποία τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος αποτελούν κατά την ενέργεια ποιητική αρχή του κόσμου. Έτσι το ‘Αγιο Πνεύμα εκπορεύεται μεν από τον Πατέρα, αλλά κατά την ενέργεια στέλνεται στο κόσμο και απ’ τον Υιό.
Μας δώθηκε η ευκαιρία στις σελίδες της παρούσης εργασίας να δούμε εν συντομία τις πλάνες του Πάπα. Να δούμε ότι ο Πάπας ανέκαθεν θεωρούσε τον εαυτό του ως αλάθητο και ότι το πρωτείο του ήταν και είναι νόμος στη Δύση. Το filioque δεν προβλημάτισε μόνο τους θεολόγους της εποχής του Ιωάννη Φουρνή αλλά και τους σημερινούς. Γιατί ο Πάπας δεν αλλάζει όσα χρόνια και αιώνες κι αν περάσουν. Οι δοξασίες που πρέσβευε τότε ισχύουν, δυστυχώς, και σήμερα. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι κάτω από τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η Δύση δεν μπορεί να γίνει στις μέρες μας η ένωση των «εκκλησιών». Για να ενωθούμε πρέπει ο Πάπας να μετανοήσει και να επιστρέψει στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού. Τότε που η Εκκλησία ήταν μία και αδιαίρετος. Εύχομε να γίνει το θαύμα αυτό, να μετανοήσει ο Πάπας και να γίνει πάλι η Εκκλησία Μία, αφού και το Σώμα του Χριστού Ένα είναι.

* * *
 
Αρχιμανδρίτης
Κοσμάς Λαμπρινός
Ιεροκήρυξ

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ