Εκκλησιαστική Ζωή - Οδύνη και Αγωνία


του Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Βασιλειάδη



Ομιλία μίας λίαν ευστόχου διατυπώσεως, την οποίαν έθεσε ως τίτλον βαρυσημάντου άρθρου του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος σκιαγραφεί το εκκλησιαστικόν δράμα του συγχρόνου Ορθοδόξου Ελληνισμού.

Ο Σεβασμιώτατος τιτλοφορεί το άρθρον του "Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μας και η Εκκλησία της Ελλάδος μας" (Γνωριμία, τ. 173).

 Κατά την ταπεινήν άποψίν μας, η φράσης αυτή εκφράζει απολύτως την τραγικήν εκκλησιαστικήν κατάστασιν του Ελληνισμού μετά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν.

Ενώ είχε φανεί ότι Θεία Χάρις είχεν επισκιάσει το Γένος, ενώ το μεγαλύτερον μέρος του Ελληνισμού ευρίσκετο υπό την ελληνικήν επικράτειαν, ενώ το σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον ανέπνεε ελεύθερον υπό το καθεστώς της συμμαχικής διοικήσεως, επήλθεν ο όλεθρος της καταρρεύσεως της Μικράς Ασίας.

Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ετέθη υπό το καθεστώς αφορήτου αιχμαλωσίας εις μίαν πολιτείαν στρατοκρατουμένην, ανελευθέραν, μισαλλόδοξον, ιμπεριαλιστικήν, υπό την εξουσίαν του προαιωνίου εχθρού του Γένους. Επί πλέον τα ποίμνια των περισσοτέρων επαρχιών του της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Θράκης υπό ανεκδιηγήτους συνθήκας ευρέθησαν πρόσφυγες εις τα ελεύθερα ελληνικά εδάφη εις αθλίαν κατάστασιν.

Το όνειρον της εκκλησιαστικής ενοποιήσεως του Ορθοδόξου Ελληνισμού κατέρρευσεν παταγωδώς. Δια το Πατριαρχείον ήρχισε μία τραγική περίοδος αιχμαλωσίας ασυγκρίτως τραγικωτέρα της πεντακοσιαχρόνου πρώτης αιχμαλωσίας του εις τους Οθωμανούς, αιχμαλωσίας δια την οποίαν συστενάζει και συνοδύνει ολόκληρον το Γένος.

Συγχρόνως όμως ευρέθησαν εις δεινήν διοικητικήν εκκρεμότητα αι υπό την εξουσίαν της Ελληνικής Πολιτείας κατά την περίοδον 1912-1920 περιελθούσαι επαρχίαι του Οικουμενικού θρόνου.

Εκκρεμότητα η οποία έπρεπε να τακτοποιηθή οπωσδήποτε.

 
Πρακτικωτέρα και απολύτως σύμφωνος προς τους Ιερούς Κανόνας λύσις ήτο η άμεσος και τελεία υπαγωγή των επαρχιών αυτών εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος κατά τας επιταγάς του ΛΔ΄ κανόνος των Αγίων Αποστόλων και το ιστορικόν προηγούμενον των επαρχιών των Ιονίων Νήσων και της Θεσσαλίας, αι οποίαι άμα τη προσαρτήσει των εις το Ελληνικόν Κράτος υπήχθησαν με απόφασιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος.

Η λύσις βεβαίως αύτη θα ήτο σκληρά τόσον δια το Οικουμενικόν Πατριαρχείον όσον και δια τα εθνικά οράματα. Δι' αυτόν τον λόγον, δια σοφής πράγματι κατά τον άγιον Αλεξανδρουπόλεως "ενεργείας των μακαρίων πατέρων του Οικουμενικού θρόνου και των πολιτικών ανδρών της Ελλάδος" επελέγη η λύσις της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 δια της οποίας απεφασίσθη ότι "η διοίκησις των Επαρχιών τούτων (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, Νήσων Β.Α. Αιγαίου) διεξάγηται εφεξής επιτροπικώς υπό της πεφιλημένης Αγιωτάτης Αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος".

Η ανάθεσις της διοικήσεως έγινεν υπό δέκα όρους και "άχρι καιρού" κατά την διατύπωσιν της αποφάσεως.

Ο όρος αυτός εξέφραζε τόσον την εμμονήν του Πατριαρχείου εις τα επί των επαρχιών δικαιώματά του, όσον και την προσδοκίαν της αλλαγής των πολιτικών συνθηκών, ώστε να καταστή δυνατή η ανάληψις απ' ευθείας της διοικήσεως των επαρχιών από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον.

Τούτο όμως είναι δυνατόν να συμβή μόνον εάν αι επαρχίαι και το Πατριαρχείον ευρεθούν υπό ενιαίαν κρατικήν εξουσίαν. Ήτοι διαζευκτικώς εις μίαν των περιπτώσεων. Τής ευκταίας επεκτάσεως των ελληνικών συνόρων μέχρι της Προποντίδος και του Ευξείνου Πόντου και της απευκταίας επανόδου των τουρκικών συνόρων εις την προ του 1912 θέσιν αυτών.

 
Ούτω οι Ορθόδοξοι Έλληνες της βορείου λεγομένης Ελλάδος ευρέθησαν υπό ιδιόρρυθμον εκκλησιαστικόν καθεστώς, το οποίον άριστα εκφράζει η προμνημονευθείσα διατύπωσις του αγίου Αλεξανδρουπόλεως. Τρέφουν βαθύτατον σεβασμόν και αφοσίωσιν προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ως αιωνοβίου εκκλησιαστικού κέντρου της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού και συνεχιστού υπερχιλιετούς παραδόσεως, του οποίου ποίμνιον ήσαν οι απ' αιώνων προπάτορές των, με το οποίον όμως εκ των πραγμάτων ουδεμίαν ουσιαστικήν σχέσιν δύνανται να αναπτύξουν.

Είναι λοιπόν "το Οικουμενικόν Πατριαρχείον μας".

Συγχρόνως όμως εκφράζονται ποδηγετούνται και διακονούνται τόσον πνευματικώς όσον και παντοιοτρόπως από την Εκκλησίαν της Ελλάδος, η οποία αποτελεί την πνευματικήν τροφόν και κηδεμόνα των και εις της οποίας την ζωήν συμμετέχουν ενεργώς ασκούντες και άπαντα τα εκ των ιερών κανόνων και της εκκλησιαστικής παραδόσεως απορρέοντα δικαιώματα του λαού του Θεού.

Είναι δι' αυτούς "η Εκκλησία της Ελλάδος μας", αλλά και "η Τοπική Εκκλησία μας".

Το εκκλησιαστικόν τούτο δισυπόστατον εκφράζεται επίσης άριστα από την λειτουργικήν Πρακτικήν κατά την οποίαν οι Ιεράρχαι των περιοχών τούτων μνημονεύουν του Οικουμενικού Πατριάρχου ως διατηρούντος πνευματικά κανονικά δικαιώματα επί των επαρχιών, αλλά και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ως της ουσιαστικής προϊσταμένης διοικητικής αρχής.

Το καθεστώς αυτό το οποίον τολμούμεν να παραβάλωμεν προς το νομικόν καθεστώς της διακρίσεως ψιλής κυριότητος και νομής και κατοχής επαγιώθη δια της επί εβδομηκονταπενταετίαν εφαρμογής αυτού, κατά την οποίαν ητόνησαν μη εφαρμοσθέντες παντελώς οι ούτως ή άλλως ανεδαφικοί όροι της Πράξεως του 1928.

Το καθεστώς τούτο ήτο το υπό τας υφισταμένας συνθήκας άριστον δυνατόν, διότι συνεδύαζε τον σεβασμόν προς την παράδοσιν, την διατήρησιν των προαιωνίων πόθων και οραμάτων μετά διαφυλάξεως της εθνικής ενότητος και ομοψυχίας των Ελλήνων Ορθοδόξων υπηκόων του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους καθώς και της ενισχύσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας εις τρόπον ώστε να δύναται να μάχεται αποτελεσματικώς δια την προβολήν και διαφύλαξιν της Ορθοδοξίας εντός και εκτός της Ελληνικής Επικρατείας. Σοφοί και πεφωτισμένοι ηγέται του Φαναρίου απεδέχοντο ταύτα κατά τας διαδραμούσας δεκαετίας.


Δυστυχώς κατά τα ολίγα τελευταία έτη οι εν Φαναρίω ήλλαξαν τακτικήν παραβαίνοντες την άχρι τούδε γραμμήν των προκατόχων των και μη λαμβάνοντες υπ' όψει ότι δια της νέας γραμμής των προκαλείται ζημία εις τα συμφέροντα του Ελληνικού Λαού, και ευρύτερον της Ελληνικής Ορθοδοξίας και ότι δια αστόχων ενεργειών και πρωτοβουλιών των ενισχύουν τας προσπαθείας των σκοτεινών εκείνων κέντρων και δυνάμεων αι οποίαι ως στόχον έχουν θέσει την αλλοτρίωσιν, διάσπασιν και εξόντωσιν του Ορθοδόξου Ελληνισμού.

Ούτω ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης περιοδεύων εις την Ελλάδα τακτικώτατα και πυκνότερον των περιοδειών του εις τας αμέσως διοικουμένας επαρχίας του θρόνου και επισκεπτόμενος τας δια της Πράξεως του 1928 παραχωρηθείσας επαρχίας διακηρύσσει ευκαίρως ακαίρως τα δικαιώματα επ' αυτών του Οικουμενικού Θρόνου.

Ανέχεται ή ενθαρρύνει άφρονας προσφοράς περί της υπαγωγής των Δήμων εις τούτο εκ μέρους επιπολαίων τουλάχιστον Ελλήνων δημοτικών Αρχόντων (τ. Δήμαρχος Σαπών Ν. Ροδόπης). Αξιώνει απ' ευθείας είτε δια δημοσιευμάτων εις τον ελληνικόν τύπον, εσχάτως δε και δι' ειδικού εγγράφου την εφαρμογήν των όρων της Πράξεως του 1928 μετά αχρησίαν 75 χρόνων και δη δια την περίπτωσιν της Μητροπόλεως της συμπρωτευούσης του ελληνικού κράτους Θεσσαλονίκης, την οποίαν δυστυχώς ουδέποτε έπαυσαν να εποφθαλμιούν πάντες οι γείτονές μας και επί της οποίας θεωρούν ότι έχουν εγγεγραμμένην υποθήκην λόγω της γενεθλίου οικίας του περιβόητου Κεμάλ Ατατούρκ οι εξ ανατολών άσπονδοι φίλοι μας.

Ωσαύτως σαφώς υπαινίσσεται πρόθεσιν ακυρώσεως της Πράξεως του 1928 και επανυπαγωγής εις την άμεσον διοίκησιν της Πατριαρχικής Συνόδου των επαρχιών, μολονότι τούτο σημαίνει υπαγωγήν αυτών εις την δικαιοδοσίας του Τούρκου Νομάρχου Κωνσταντινουπόλεως, την ολεθρίαν κατάτμησιν της ελληνικής επικρατείας εις πλήρως ελεύθερον και υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν τμήμα. Επί πλέον εμμένει πεισμόνως εις τον χαρακτηρισμόν "Νέαι Χώραι", ενώ ούτος δεν υφίσταται εις το κείμενον της Πράξεως και δημιουργεί απαράδεκτον και επικίνδυνον εθνικώς διαίρεσιν της ελληνικής επικρατείας εις δύο κατηγορίας επαρχιών.

Τέλος αδιαφορεί δια την και εκ μέρους εγκύρων οργάνων της ελληνικής κοινής γνώμης αλλά και γνωστών φιλοπατριαρχικών εφημερίδων αποδοκιμασίαν της αξιώσεως επεμβάσεως εις την εκλογήν του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης και φθάνει μέχρι του σημείου απευθείας διατυπώσεως απειλής προσφυγής εις το Συμβούλιον της Επικρατείας δια την περίπτωσιν μη ικανοποιήσεως των αξιώσεών του εκ μέρους της Ελληνικής Εκκλησίας, μολονότι είναι εκκλησιαστικώς απαράδεκτος η ανάμειξις της κρατικής εξουσίας εις την διευθέτησιν εκκλησιαστικών ζητημάτων.

 
Δεν δυνάμεθα να αποκρύψωμεν την οδύνην και την αγωνίαν μας δια τας ενεργείας αυτάς.

Σεβόμεθα απεριορίστως τον ιερόν θεσμόν του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το πρόσωπον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου.

Δεν είναι όμως δυνατόν τα αισθήματα αυτά σεβασμού να υπερκαλύψουν το καθήκον και την υποχρέωσιν να διακηρύξωμεν την διαφωνίαν μας προς τους συγκεκριμένους χειρισμούς και να απευθύνωμεν μετά σεβασμού και αγάπης υιικής έκκλησιν όπως το Φανάριον τροποποιήση την επί του προκειμένου εσφαλμένην τακτικήν του προς αποσόβησιν των επικρεμαμένων κινδύνων.

Άλλωστε εν αντιθέτω περιπτώσει το μόνον που θα κερδίση είναι πικρία του λαού του Θεού και η διάσπασις της ομοψυχίας αυτού.

Δεν νομίζομεν ότι τούτο είναι μεταξύ των στόχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δι' αυτό ευελπιστούμεν ότι θα γίνει αποδεκτή η έκκλησις αύτη, η οποία απηχεί το φρόνημα πλείστων όσων ετέρων κληρικών και λαϊκών των επαρχιών της βορείου και νησιωτικής Ελλάδος, αλλά και όλης της ελληνικής επικρατείας.

Κομοτηνή, 22 Αυγούστου 2003

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ