ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ



Αποσπάσματα από την ομιλία του Σεβασμιότατου Αρχιεπισκόπου Νεαπολέως και Σαμάρειας κ. Αμβροσίου, που εκφωνήθηκε στο Συνοδικό της Ιεράς ημών Μονής του Όσιου Γρηγορίου την 24ην Οκτωβρίου 1986.



α) Περί του Αγίου Φωτός


Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, αφού τελειώσει η ακολουθία του Επιταφίου, το ιερατείο φέρει τον Επιτάφιο μέσα στο Ιερό Βήμα και περιφέρεται γύρω από την αγία Τράπεζα τρεις φορές ψάλλοντας το: «Ό Ευσχήμων Ιωσήφ...». Στην πομπή είναι παρατεταγμένοι εξ αρχιερείς αριστερά, εξ δεξιά και στο μέσον ο Πατριάρχης, ενώ τέσσαρες αρχιερείς κρατούν στις πλάτες των το Αντιμήνσιο, το οποίον είναι γεωργιανό και πολύ ωραίο. Όταν πρόκειται να το εναποθέσουν στην Άγια Τράπεζα, λέγουν το Ευαγγέλιο, στο οποίο ερωτούν τι θα γίνει με εκείνον τον πλάνο, ο οποίος είπε ότι την τρίτη ήμερα θα αναστηθεί, μήπως έλθουν οι μαθηταί Του και τον κλέψουν και γίνει η εσχάτη πλάνη χειρών της πρώτης. Στο σημείο αυτό που λέγει: «Έχετε κουστωδία ασφαλίσατε τον τάφο, ως οίδατε», έχουν σβηστή όλα τα καντήλια μέσα στον Πανάγιο Τάφο, ενώ τρεις αστυνομικοί εβραίοι και δύο κληρικοί, ένας αρμένιος και ένας ημέτερος σφραγίζουν τον Τάφο με βουλοκέρι.


Την Παρασκευή το πρωί ανοίγουμε εμείς τη θύρα του ναού της Αναστάσεως και το Σάββατο την ανοίγουν οι Αρμένιοι με την σειρά. ο κόσμος έχει κατακλύσει τον Ναό από την Παρασκευή το βράδυ, όπου και διανυκτερεύουν. Το πρωί άλλοι άνθρωποι από τις 3.30 περιμένουν έξω από την θύρα του ναού. Μόλις άνοιξη, μπαίνουν μέσα και καταλαμβάνουν όλους τους χώρους. Το μεσημέρι στις 12 η ώρα ο Πατριάρχης αναμένει εις την αίθουσα του Πατριαρχείου με άλλους επισήμους, αρχιερείς από άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες, προξένους διαφόρων κρατών και άλλους επισήμους.


Στις 12 το μεσημέρι κτυπά η μεγάλη καμπάνα, της οποίας ο απόηχος ακούγεται μέχρι την Βηθανία. Τότε σηκώνεται ο Πατριάρχης με εγκόλπιο και επανωκαλλύμμαυχο, μπαίνει στο Ιερό του ναού της Αναστάσεως, όπου από το 1770, επί πατριάρχου Πολυκάρπου, εδόθη ευλογία να μπαίνουν μέσα και οι γυναίκες, αλλά μόνο για εκείνη την ήμερα. Τούτο γίνεται διότι τότε, αλλά και τώρα, ήταν δύσκολο να έρχονται οι προσκυνηταί στους Αγίους Τόπους πολλές φορές, οπότε, όταν ήρχοντο μίαν φοράν, θα έπρεπε παντοιοτρόπως να ιδούν το Άγιο Φως. Επί πλέον η Αγία Τράπεζα έχει απογυμνωθεί απ' όλα τα ιερά αντικείμενα, τα όποια απαγορεύεται να τα εγγίζουν οι λαϊκοί. Μαζί με τον Πατριάρχη μπαίνουν στο Ιερό και δύο υπάλληλοι του υπουργείου Θρησκευμάτων, ο στρατιωτικός διοικητής των Ιεροσολύμων και της Βηθλεέμ και ο Πολιτικός διοικητής. Αμέσως μετά έρχονται οι Εβραίοι, οι Κόπται και οι Συριάνοι, δηλαδή οι παλαιοί Χαλδαίοι, και φιλούν το χέρι του Πατριάρχου, για να πάρουν κατόπιν το Άγιο Φως. Μόλις φύγουν αυτοί, δίνει την ευλογία στους ιερείς να ντυθούν και τελευταίος φεύγει ο ίδιος για να ντυθεί στο Σκευοφυλάκιο.


Έχουν παραταχθεί τώρα οι ψάλται, έλληνες και άραβες, ακολουθούν οι κληρικοί με τα ράσα τους, μετά οι ντυμένοι κληρικοί και τελευταίος ο Πατριάρχης με τους διάκους του. Καθένας άπ' αυτούς κρατεί από ένα δίσκο, στους οποίους υπάρχουν από μία δέσμη με 33 κεριά δεμένα εξωτερικά με άσπρες κορδέλες. ο ένας διάκονος λέγει: «Ευλόγησαν, Δέσποτα, την Άγίαν Είσοδον». Εκατέρωθεν της πομπής προπορεύονται και καμιά σαρανταριά λάβαρα, ενώ στο τέλος, πίσω από τον Πατριάρχη, ακολουθεί το τελευταίο λάβαρο που εικονίζει τον Πανάγιο Τάφο. ο Πατριάρχης λέγει: «Ευλογημένη η είσοδος...» και όλοι αρχίζουν το «Ή Άνάστασίς Σου, Χριστέ Σωτήρ...» και το «φως ίλαρόν...» αργά. και τα δύο αυτά ψάλλονται τρεις φορές ελληνικά και τρεις αραβικά. Έτσι περιφέρονται πέριξ του Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου. Τα καντήλια είναι όλα σβηστά• και των Λατίνων, και των Αρμενίων, και τα ιδικά μας. Στην τρίτη περιφορά μπαίνουν όλοι μέσα στο Ιερό και ο Πατριάρχης στέκεται μπροστά στην πύλη του Παναγίου Τάφου. Εκεί του βγάζουν την μίτρα, τα εγκόλπια, τον σάκο, το ωμοφόριο, το επιγονάτιο και μένει με το στιχάριο, την ζώνη, τα επιμανίκια και το επιτραχήλιο. Δίπλα είναι και ο αρμένιος αρχιμανδρίτης κατά τον ίδιο τρόπο. Ανοίγει λοιπόν η πύλη, αφού πρώτα βγάλουν τα βουλοκέρια και τα μοιράζουν στους πιστούς χάριν ευλογίας. Τότε παίρνει τους δύο πυρσούς στα χέρια, τις δύο δέσμες κεριών κάτω από την μασχάλη του, κάνει στον λαό υπόκλιση και εισέρχεται πρώτος μέσα στο Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου, εμπρός δε μένει ο αρμένιος και κλείνει η πόρτα.


Τώρα τελειώσαμε την διαδικασία περί του Αγίου Φωτός.
Εφέτος το Πάσχα ήταν μαζί μας ο μητροπολίτης Γρεβενών Σέργιος. Με ερώτησε:
— Βγαίνει το Άγιο Φως, Σεβασμιότατε;
— Δεν θα σου δώσω την απάντηση εγώ, Δέσποτα μου. Θα την πάρεις ο ίδιος, κατά την διάρκεια της τελετής.
Τον τοποθετήσαμε στα μπροστινά στασίδια του Παναγίου Τάφου, τα όποια συνήθως χρησιμοποιούνται για προξένους άλλων χωρών. Εκεί πρώτος στεκόμουν εγώ, δίπλα μου ο Άγιος Γρεβενών. Του λέγω:
— Παρατήρησε, Δέσποτα μου, υπάρχει κανένα καντήλι αναμμένο;
Ήταν εκεί περί τα 50 καντήλια των ορθοδόξων, Λατίνων και αρμενίων. Πράγματι δεν υπήρχε κανένα αναμμένο.
Μπήκε λοιπόν, ο Πατριάρχης μέσα και άρχισε να διαβάζει την ευχή του Αγίου Φωτός. ο αρμένιος στέκεται στον αποκυλισθέντα λίθο, ο Πατριάρχης, όπως είπαμε, γονατιστός μέσα και παντού υπάρχει σκοτάδι.
Εφέτος (1986) για πρώτη φορά -παραδόξως- διέταξαν οι αστυνομικοί εβραίοι τους φωτορεπόρτερ να σταματήσουν τα φλας και τις κάμερες για να φαίνεται καλλίτερα η παρουσία του Θείου Φωτός.
Ενώ ο Πατριάρχης ήταν ακόμη μέσα στον Πανάγιο Τάφο, σε μια στιγμή με σκουντάει ο Άγιος Γρεβενών και μου λέγει:
— Για κοίταξε απέναντι, στα καντήλια των Λατίνων, είναι κανένα αναμμένο; και πες μου.
Κοιτάζοντας προς ανατολάς, είδα ένα καντήλι αναμμένο. Όπως βλέπουμε από δεξιά το δεύτερο.
— Αν έβλεπες, Δέσποτα μου, πώς ήλθε το Άγιο Φως σ' αυτό το καντήλι! Έτσι σιγά-σιγά, όπως ακριβώς την νύκτα φέγγουν τ' άστρα. Έτσι ήλθε κατ' ευθείαν μετά προσοχής και έπεσε επάνω στο φυτίλι και άναψε.
— Χαίρω πάρα πολύ, Δέσποτα μου, του λέγω, διότι ο Κύριος σου έδωσε την απάντηση που ζητούσες από εμένα, και μπορεί να νόμιζες ότι θα ήταν ευσεβοφάνειες. Τώρα κοιτά και στον Πανάγιο Τάφο και πες μου, ποια καντήλια βλέπεις αναμμένα;


Κοιτάζει προς τα εκεί, όπου είναι έξι και έξι και στο μέσον ένα μεγάλο. Από τα ευρισκόμενα στα αριστερά ήταν αναμμένο όχι το πρώτο, αλλά το δεύτερο και το τρίτο. Του λέγω:
— τι είναι αυτό;
Και μου απαντά:
— Θα διακηρύξω σ' ολόκληρο τον κόσμο και πάντοτε σ' όλη την ζωή μου ότι είδα εγώ με τα μάτια μου το Άγιο Φως ν' ανάβει τα καντήλια.
Συζητούντες ακούσαμε φωνές και σφυρίγματα από τους άλλους. τι συνέβαινε; Είχε βγει το Άγιο Φως. ο Πανάγιος Τάφος έχει δύο οπές, την μία δεξιά και την άλλη αριστερά από την οποία δίνει τον πυρσό με το Θείο Φως στους Αρμενίους, ενώ από την πρώτη στους Ορθοδόξους. Μόλις έδωσε ο Πατριάρχης τον πυρσό στον αρμένιο αρχιμανδρίτη, για να δώσει αυτός προς τον πατριάρχη του το Άγιο Φως, τι γίνεται; Φεύγει το Φως από κάτω με ταχύτητα και τρέχει επάνω στο μπαλκόνι, όπου στεκόταν ο αρμένιος πατριάρχης, και του ανάβει τα κεριά.


Ό Πατριάρχης κλώτσησε με τα πόδια του την πόρτα, διότι δεν μπορούσε με τα χέρια, επειδή κρατούσε τις αναμμένες δέσμες των κεριών, και στάθηκε να πάρουμε το Θείο Φως. Αυτό, όπως βγαίνει, έχει γαλάζιο χρώμα, όπως το οινόπνευμα, και κατόπιν σιγά-σιγά παίρνει το κανονικό του χρώμα. Άλλα στην αρχή, όταν ακόμη είναι γαλάζιο, δεν καίει καθόλου.
Εφέτος ήλθαν τρεις αμερικανίδες κυρίες και τους είπα να πάνε μέσα στο Ιερό για να το ιδούν καλλίτερα. Μου λέγουν:
— Μα, Σεβασμιότατε, μέσα στο Ιερό δεν θα ιδούμε τίποτε.
Τους λέγω:
— Εγώ δεν έχω κάρτες εισόδου να σας δώσω, αλλά νομίζω ότι είναι προτιμότερο να ιδείτε το Άγιο Φως από το Ιερό.


Εκεί ήταν και αρκετοί ιερείς από την Ελλάδα και κόσμος πολύς.
Σε μια στιγμή λοιπόν, το βλέπουμε, και εγώ το είδα, παρά την αναξιότητά μου, και άλλοι πιστοί το είδαν, ενώ μερικοί από τους παπάδες δεν το έβλεπαν και μου έλεγαν: «Πού είναι, πάτερ; Δεν το βλέπουμε». Από εκείνες τις δύο οπές, αγαπητοί μου, βγήκαν δύο φλόγες, προτού βγει ο Πατριάρχης, και έφθασαν αργά και παράλληλα μπροστά στην πόρτα του Παναγίου Τάφου. Έφυγαν από εκεί, πέρασαν το Καθολικό και ήρχοντο προς το Ιερό. Φώναζε ο κόσμος από το Ιερό, οι αμερικανίδες το έβλεπαν, ενώ κάτι κυρίες και δύο παπάδες έλεγαν: «Μα, που είναι, πάτερ; Δεν το βλέπουμε».
— τι να σας κάνω; Τι φταίω εγώ; Τους λέγω. Να! να! δεν το βλέπετε;
Οι δύο φλόγες μπαίνουν μέσα από την Ωραία Πύλη και εκεί χωρίσθηκαν μεταξύ τους. η μία επήγε προς την κόγχη της Προθέσεως και εκεί εξαφανίσθηκε και η άλλη προς την κόγχη του Διακονικού και επίσης εξαφανίσθηκε.
Μόλις χάθηκαν αυτές οι δύο φλόγες, κτύπησε η πόρτα και βγήκε ο Πατριάρχης έξω από τον Πανάγιο Τάφο με το Άγιο Φως. Αυτό το θαυμαστό γεγονός του Θείου Φωτός με τις αμερικανίδες έγινε το Πάσχα του 1985.


Εγώ, όταν ήμουνα μικρό παιδί, έβλεπα το Άγιο Φως ως αστραπή να γυρίζει μέσα στο Καθολικό του ναού της Αναστάσεως κάνοντας πολλές στροφές.
Τώρα θα σας ειπώ πώς είδαν το Άγιο Φως ο παπά-Βασίλειος Μπαραμπούτης, προϊστάμενος του ναού Αγίου Λουκά Αθηνών και η κόρη του Ελένη που είχαν έλθει αυτό το Πάσχα του 1986 με την πρεσβυτέρα του στους Αγίους Τόπους.


Ή κόρη του Ελένη διηγείται ως εξής περί της εμφανίσεως του Θείου Φωτός:
— Όταν μπήκε ο Πατριάρχης μέσα, μετά από λίγο είδα να ανοίγει το Κουβούκλιο και να βγαίνουν απ' εκεί δεκάδες άσπρα- ολόασπρα περιστέρια, τα όποια κατέκλυσαν όλο τον ναό, γύριζαν μέσα παντού πολλές φορές και μετά έφυγαν.
Ό πατήρ Βασίλειος είπε στην παπαδιά του:
— Σήμερα, παπαδιά, αν πεθάνω, είμαι κατενθουσιασμένος...
— Γιατί, παπα-Βασίλη; τι σου συμβαίνει και είσαι χαρούμενος;
— Είδα το Άγιο Φως.
— Πώς το είδες;
— Όταν μπήκε μέσα ο Πατριάρχης και περίμενα, τι να ιδώ;
Άνοιξε από επάνω ο τρούλος και μπήκαν μέσα με ταχύτητα δεκάδες περιστέρια άσπρα, τα όποια μπήκαν όλα μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Κατόπιν βγήκαν από τις οπές και γέμισαν το Ναό της Αναστάσεως.
Κάποτε ερώτησα εγώ τον μακαριστό πατριάρχη Βενέδικτο:
—Πες μου, Μακαριότατε, πώς βγαίνει το Άγιο Φως;
Και μου λέγει:
— Εάν ποτέ γίνεις πατριάρχης και βγάλεις το Άγιο Φως, θα ήθελα να σε ερωτούσα, τι αισθάνθηκες και πώς επήρες το Άγιο Φως, για να το μεταδώσεις στον κόσμο που με λαχτάρα το περιμένει.
Άρα η λήψης του Θείου Φωτός γίνεται κατά θαυματουργικό τρόπο μέσα από τον τάφο και δεν έχει καμία λογική εξήγηση.


β) Περί του οσίου ερημίτου


Όταν επήγα στους Αγίους Τόπους και εόρτασα για πρώτη φορά Πάσχα το 1954, είδα ένα κληρικό με άσπρα γένια, αδύνατο, χλωμό και ξυπόλητο που ερχόταν με ένα φαναράκι στο χέρι το Μέγα Σάββατο, ακολουθούμενος και από δύο επίσης ξυπόλητες καλόγριες. Ένας διάκος τότε ονόματι Χρυσόστομος, άκουσα να λέει:
— Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν εδώ την εμφάνιση τους μία φορά τον χρόνο. Που και πώς ζουν κανείς δεν ξέρει. Συνέχισαν αυτοί να έρχονται ακόμη επί 4-5 χρόνια δηλαδή μέχρι το 1959 και έκτοτε εξαφανίσθηκαν.


Σε διάφορες συζητήσεις που έκαναν μερικοί τότε έλεγαν ότι αυτός ο ερημίτης ήταν κάποιος μητροπολίτης επαρχίας της Πελοποννήσου και αφού παραιτήθηκε του αξιώματος και της θέσεως του, ήλθε ν' ασκητεύση στον Ιορδάνη ποταμό, πλησίον του ασκητήριου της Όσίας Μαρίας της Αιγύπτιας μαζί με τις δύο μοναχές.


Το επόμενο έτος 1955, ενθυμούμαι, είπε στον Σεβασμιώτατο Βενέδικτο ο ανωτέρω διάκο-Χρυσόστομος ότι θέλει να παρακολούθηση αυτούς τους τρεις ερημίτες, να δει, όταν παίρνουν το Άγιο Φως που πηγαίνουν. Πράγματι επήρε την ευλογία του Σεβασμιότατου, ο οποίος δεν είχε γίνει τότε πατριάρχης και περίμενε στον πύργο να ιδεί τον κληρικό με το φαναράκι του αναμμένο, όπως συνήθιζε. Πράγματι έφθασε ο ερημίτης αυτός με τις δύο μοναχές στο μέσον της αυλής και ο διάκο-Χρυσόστομος έτρεξε να τους προλάβει. Εκείνοι για συντομία πέρασαν από το πορτάκι της Όσίας Μαρίας της Αιγύπτιας. Όταν έφθασε εκεί ο διάκος, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε εμπρός τους είδε κατά που έκαμαν. Κανείς δεν ξέρει που επήγαν και που ακριβώς ασκούντο. Μετά το 1959 έπαυσαν να έρχονται. Φαίνεται ότι κοιμήθηκαν εν Κυρίω.



γ) Πως είδε το Άγιο Φως μία αγράμματη και απλοϊκή γυναίκα


Στα Ιεροσόλυμα ήλθε μία απλή γυναίκα και επήρε και ένα εισιτήριο το Πάσχα για να ιδή το Άγιο Φως. Αυτό το εισιτήριο είναι τιμητικές κάρτες, τις όποιες έχει τυπώσει το Πατριαρχείο χρώματος λευκού, ροζ και πρασίνου. οι λευκές προσφέρονται δωρεάν για τους επισήμους που στέκονται μπροστά στον Πανάγιο Τάφο, οι χρώματος ροζ γι' αυτούς που στέκονται πέριξ του Παναγίου Τάφου και οι πράσινες γι' αυτούς που θα σταθούν πέριξ του τρούλου του Παναγίου Τάφου.


Ήλθε λοιπόν, αυτή η απλή και αγράμματη γυναικούλα και μου λέγει:
— Εγώ γράμματα δεν ξέρω, πάτερ, και ήλθα εδώ να ιδώ το Άγιο Φως.
— Όταν τελείωσης τα προσκυνήματα, της λέγω, να πέρασης από εδώ να σου δώσουμε πτυχίο θεολογίας.
— Δίνετε εδώ τέτοιο πτυχίο; Με ρώτησε.
— Ναι, λέγω, το δίνει το Πατριαρχείο, αφού πρώτα εξεταστείς.
— Καλά, εγώ τι εξετάσεις να κάνω;
Όταν γύρισε από τα προσκυνήματα, την ερώτησα:
— τι είδες, γιαγιά;
— τι να σου ειπώ, παιδάκι μου, μου έκανε εντύπωση εκεί στο πηγάδι που συνάντησε ο Χριστός την Αγία Φωτεινή.
— και ποια είναι αυτή η Φωτεινή;
— Δεν ξέρεις ποια είναι αυτή η Φωτεινή που είχε πέντε άνδρες και της είπε ο Χριστός ότι πρέπει με το πνεύμα μας να λατρεύουμε τον Θεό;
— Καλά, που άλλου επήγες;
— Πήγαμε και στην Κανά.
— Θυμάσαι τι ήταν η Κανά;
— Πώς! Έμενα μ' αρέσει και το κρασάκι και πλύναμε και τις στάμνες που ευλόγησε ο Χριστός!
Την ερώτησα για τα άλλα προσκυνήματα. Είπε σχετικά Μερικά τα είχε μπερδέψει. Της λέγω:
— Γιαγιά, θα πέρασης εδώ και την Μεγάλη Εβδομάδα και μετά θα έλθεις εδώ να σου δώσει ο Πατριάρχης το πτυχίο.
— Ώστε έτσι, θα μου το δώσει;
— Ναι, θα σου το δώσει. Σου έκανα εγώ μερικές ερωτήσεις,
Θα σε ρωτήσει και εκείνος και θα σου δώσει το πτυχίο.
Όταν τελείωσε το προσκύνημα, το Μεγάλο Σάββατο ήλθε η καημένη και επήρε μία κάρτα από τον νυν Πατριάρχη Διόδωρο για να ιδή το Άγιο Φως. Αντί όμως να έλθει το πρωί στις οκτώ, ήλθε το μεσημέρι στις 12.30. Τότε ως διάκονος ήταν ο νυν έξαρχος Ειρηναίος και του λέγει:
— Να μπω, πάτερ, μέσα;
— Δεν έχει μέρος, κυρά μου. Που θα πάς;
— Ε, πώς δεν έχει μέρος για; Έκανε αυτή• ήταν τουρκομερίτισσα.
— Δεν βλέπεις που είναι μέχρι την πόρτα παντού κόσμος;
— "Ε, φώναξε εκείνη, κάντε λίγο στην πάντα.
— Πήγαινε κάτω στον Πανάγιο Τάφο, μπορεί να σε βάλουνε εκεί, της λέγει ο Διάκονος.
Πάει η καημένη κάτω και εκεί οι Αρμένιοι στην πόρτα δεν την άφηναν να πέραση. Ήταν αργά και το ιδικό μας μέρος ήταν κατάμεστο κόσμο που έφθανε περί τις 25 χιλιάδες.
Όποτε ξανά ανέβαινε πάλι επάνω και αφού είδε και από είδε η καημένη, έδωσε και τα 33 κεράκια της σ' άλλον και έβαλε τα κλάματα λέγοντας: «Εγώ τόσα χρόνια εργαζόμουνα και μάζευα δραχμή-δραχμή για να έλθω και ιδώ το Άγιο Φως και σήμερα να μη μπορώ να μπω μέσα; Θεέ μου και Χριστέ μου, γιατί μου κάνεις αυτό το κακό σήμερα;»
Εκάθησε λοιπόν στο καμπαναριό, δίπλα στην ταράτσα απελπισμένη σχεδόν και έβλεπε τους άλλους κάτω που γύριζαν εδώ και εκεί και μιλούσαν περί του Άγιου Φωτός.


Είχε πάει η ώρα 1.20, όταν σε μια στιγμή η γερόντισσα βγάζει μία φωνή:

— Το Άγιο Φως! Το Άγιο Φως!
Είδε τους ουρανούς ν' ανοίγουν και να κατέρχεται το Φως, όπως η αστραπή, και να εισέρχεται δια του τρούλου του Παναγίου Τάφου. Ήταν η πρώτη που είδε το Άγιο Φως. Όταν κατέβαινε κάτω, συνάντησε και τους άλλους και πριν να φυγή, μου είπε:
— Θα μου δώσεις το πτυχίο;
— Ναι, θα σου το δώσω.
Επήγα στο Πατριαρχείο, επήρα ένα πιστοποιητικό προσκυνητού, έγραψα το όνομα της και της το έδωσα. Το γεγονός αυτό συνέβη το 1958.


δ) Περί της ανακομιδής των λειψάνων του Ιερομάρτυρος ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ


Τα Χριστούγεννα του 1984 εκοιμήθη εν Κυρίω ο μητροπολίτης Πέλλης Κλαύδιος και τον συνοδεύσαμε μέχρι το νεκροταφείο μας που είναι στο όρος Σιών. Τότε μας είπε ο Πατριάρχης να κάνουμε την ανακομιδή του π. Φιλουμένου.


Πράγματι, όταν ανοίξαμε τον τάφο, βγάλαμε το σώμα του επάνω σ' ένα μάρμαρο διπλανού τάφου. Τα ρούχα του ήταν μισολειωμένα και έπαιρναν οι μοναχοί ως ευλογία να τα μοιράσουν και σε άλλους. Τα χέρια του ήταν ευλύγιστα. Το δεξιό του πόδι, από τον αστράγαλο και κάτω, είχε λειώσει, διότι ο φονιάς του το είχε κόψει με τον μπαλτά, καθώς και τα δάκτυλα του αριστερού του ποδός. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν ακέραιο, παρ' ότι παρέμεινε στον τάφο τρία χρόνια. Το πρόσωπο, επειδή ήταν κτυπημένο με τον μπαλτά, είχε άνοιξη το κρανίο και του έλειπε και η μύτη. Είχε ακόμη τα γένια του και τα μαλλιά του. Κάποιος εκεί καθάρισε το σώμα με κρασί και σφουγγάρι, το οποίον μάλιστα δεν είχε καμία δυσοσμία. Δεν ήταν σκωληκόβρωτο, δεν είχε καμία οπή, ούτε μία. Πιέζαμε το στήθος και την κοιλιά του και πάλι έρχονταν στην θέση τους. Το τοποθέτησαν σ' ένα φέρετρο και το έθαψαν πάλι σ' ένα άλλο τάφο. Εκεί έμεινε μέχρι το Πάσχα του 1985, οπότε έγινε και η δεύτερη ανακομιδή του. Τότε είχαν απορροφηθεί τα υγρά του. Το έβαλαν στην εκκλησία και είναι όπως τα σώματα των Αγίων Γερασίμου και Σπυρίδωνος. Θα μου ειπείτε: Είναι άγιος; Σίγουρα είναι μάρτυς, διότι εμπόδισε τον εβραίο να προσευχηθεί σε χριστιανικό προσκύνημα. Όταν εκείνος κτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του, βγήκε έξω ο πατήρ Φιλούμενος με το επιτραχήλιο, διότι εκείνη την στιγμή διάβαζε τον Εσπερινό. Τον έπιασε ο εβραίος από τα γένια, τον έριξε κάτω και τον κτύπησε με τον μπαλτά. Εκείνος προσπαθούσε ο καημένος με τα χέρια να βγει έξω, να γλιτώσει, διότι μετά είδαμε και είχαν γεμίσει οι σκάλες αίματα. Επομένως είναι μάρτυς.


Και τώρα θα σας ειπώ μία θαυματουργική επέμβαση του πατρός Φιλουμένου.


Στις 28 Οκτωβρίου 1985 είχε ορίσει το Πατριαρχείο τον μητροπολίτη Παλλάδιο να τέλεση πανηγυρική Δοξολογία σε κάποια απομακρυσμένη εκκλησία. Καθυστέρησε όμως να ξεκινήσει, οπότε άλλοι αδελφοί του τηλεφώνησαν επανειλημμένως. Κανείς όμως δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Επήγαν και στο δωμάτιο του και του κτύπησαν την πόρτα, μα δεν επήραν απάντηση. Ειδοποίησαν τον Γέροντα του, τον Καισαρείας Βασίλειο, και το πρωί τον βρήκαν μέσα στο δωμάτιο του πεσμένο στο πάτωμα, σχεδόν νεκρό. τι του είχε συμβεί; Από το βράδυ του ήλθε λιποθυμία και έμεινε μέχρι το πρωί στις 10 αναίσθητος κάτω στο πάτωμα. Φώναξαν το Πρώτων Βοηθειών. Μαζί με τον Καισαρείας μπήκε και ο μοναχός Σωφρόνιος, ο οποίος είχε μαζί του ένα δακτυλάκι του πατρός Φιλουμένου. Όλοι έκλαιγαν. Σε μια στιγμή λέγει ο μοναχός Σωφρόνιος:
— Σεβασμιότατε, μου επιτρέπετε να τον σταυρώσω με αυτό το οστούν του πατρός Φιλουμένου;
— Κάνε ό,τι μπορείς. τι να σου ειπώ;
Έβγαλε το οστούν και τον σταύρωσε στο μέτωπο λέγοντας και το τροπάριο: «Οί Μάρτυρες Σου, Κύριε, εν τη αθλήσει αυτών...».
Μόλις τον σταύρωσε, εκείνος ανέπνευσε βαθιά και είπε:
— Που είμαι; Που είμαι;
Αυτό είναι αποδεικτικό της αγιότητας του πατρός Φιλουμένου.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΤΟΣ 1987.
ΑΡΙΘΜΟΣ 12. ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ